Μετά από έναν πόλεμο που παρουσιάστηκε ως αναγκαίος προκειμένου να δοθεί «οριστική λύση» στο πρόβλημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, η Ουάσιγκτον επιστρέφει σε μια γνώριμη συνταγή: διαπραγματεύσεις με στόχο μια προσωρινή διευθέτηση.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, μετά από τις επαφές που είχε με την ιρανική αντιπροσωπεία στο Ισλαμαμπάντ, τόνισε ότι τις δύο πλευρές χωρίζουν “ολόκληροι κόσμοι”, ιδίως ως προς τις εγγυήσεις ότι η Τεχεράνη δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο. Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική περί «οριστικών δεσμεύσεων», οι προτάσεις που βρίσκονται στο τραπέζι δεν δείχνουν οριστική διευθέτηση αλλά μια ακόμη διαπραγμάτευση για το πόσο θα διαρκέσει η επόμενη αναβολή.
Η ίδια η διαπραγματευτική πρόταση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ αποκαλύπτει τα όρια αυτής της ρητορικής. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου, η Ουάσιγκτον προτείνει πλέον την 20ετή «αναστολή» του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος — όχι την οριστική κατάργησή του. Από την πλευρά του, το Ιράν αντιπροτείνει μια σαφώς συντομότερη περίοδο, περίπου πέντε ετών, επαναφέροντας ουσιαστικά μια θέση που είχε ήδη τεθεί σε προηγούμενες συνομιλίες.
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο προτάσεις δεν είναι απλώς αριθμητική. Τα πέντε χρόνια συνιστούν μια περιορισμένη υποχώρηση που επιτρέπει στην Τεχεράνη να επανέλθει σχετικά γρήγορα στο πρόγραμμά της. Τα είκοσι χρόνια, αντίθετα, μεταθέτουν το ζήτημα πολύ πέρα από τον πολιτικό ορίζοντα της σημερινής και ίσως της επόμενης προεδρίας στις ΗΠΑ. Αγοράζοντας χρόνο
Σε κάθε περίπτωση, η ουσία παραμένει η ίδια, Η διαπραγμάτευση δεν αφορά την κατάργηση του προγράμματος, αλλά τη διάρκεια της αναστολής του. Και αυτή η μετατόπιση από την ουσία στον χρόνο είναι αποκαλυπτική. Πρόκειται για διαφορετικές εκδοχές του ίδιου στόχου — την αγορά χρόνου.
Η επιλογή της «αναστολής» επιτρέπει στο Ιράν να διατηρεί το δικαίωμά του, βάσει της Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων, να επανεκκινήσει το πρόγραμμα στο μέλλον. Ταυτόχρονα, δίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δυνατότητα να εμφανίσουν μια συμφωνία ως επιτυχία.
Το μοτίβο δεν είναι καινούργιο. Από τη συμφωνία του 2015, το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης, μέχρι τις κυρώσεις και τους βομβαρδισμούς, η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν έχει βασιστεί επανειλημμένα στην ίδια αρχή. Ο ναυτικός αποκλεισμός ως μέσο πίεσης
Η πρόταση για 20ετή αναστολή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν διαμορφώνεται σε ένα περιβάλλον όπου οι ΗΠΑ επιχειρούν να περιορίσουν δραστικά την οικονομική και ενεργειακή δυνατότητα της χώρας. Ο ναυτικός αποκλεισμός δεν έρχεται έτσι μετά τις διαπραγματεύσεις, έρχεται για να διαμορφώσει τον επόμενο κύκλο τους.
Αν η Τεχεράνη μπορεί να εξάγει πετρέλαιο και να διατηρεί εμπορικές ροές, διαθέτει και τον χρόνο να απορρίπτει προτάσεις. Αν, αντίθετα, οι βασικές της οικονομικές αρτηρίες περιορίζονται, τότε μια προσωρινή συμφωνία — ακόμη και χωρίς οριστικές εγγυήσεις — καθίσταται πιο πιθανή.
Και εδώ εντάσσεται η πιο επιθετική κίνηση των τελευταίων ημερών. Η ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι το αμερικανικό ναυτικό θα μπλοκάρει κάθε πλοίο που κατευθύνεται προς ή από ιρανικά λιμάνια, συμπεριλαμβανομένων των διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ, συνιστά νέα κλιμάκωση — και, στην ουσία, μια μονομερή επιβολή ελέγχου σε έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαύλους του πλανήτη.
Παρά τις προσπάθειες της Κεντρική Διοίκηση Ηνωμένων Πολιτειών να παρουσιάσει το μέτρο ως περιορισμένο, η ουσία παραμένει: πρόκειται για έναν εκτεταμένο αποκλεισμό εμπορικής ναυσιπλοΐας. Στο διεθνές δίκαιο, μια τέτοια ενέργεια θεωρείται πράξη πολέμου, ιδίως όταν επηρεάζει πλοία τρίτων χωρών.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο Ιράν. Ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ σημαίνει έλεγχο ενός κρίσιμου κόμβου της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. Χώρες όπως η Κίνα, που απορροφούν μεγάλο μέρος των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, βρίσκονται άμεσα εκτεθειμένες. Η προειδοποίηση του υπουργού Άμυνας της Κίνας, Ντονγκ Τζουν, ότι το Πεκίνο θα συνεχίσει τις εμπορικές του δραστηριότητες, υπογραμμίζει αυτή τη διάσταση.
Ταυτόχρονα, οι οικονομικές συνέπειες είναι ήδη αισθητές: περιορισμός της ναυσιπλοΐας, αυξήσεις στις τιμές ενέργειας, πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Ο αποκλεισμός λειτουργεί ως εργαλείο οικονομικού πολέμου με παγκόσμιες προεκτάσεις. Το πλαίσιο διαπραγμάτευσης που ο Τραμπ κάποτε απέρριπτε
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, αναδεικνύεται μια σχεδόν ειρωνική εξέλιξη. Μετά από περίπου 40 ημέρες πολέμου, η κυβέρνηση Τραμπ επιστρέφει σε μια λογική που θυμίζει έντονα τη συμφωνία του 2015, το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης — τη συμφωνία που είχε πετύχει ο Μπαράκ Ομπάμα και ο Τραμπ είχε καταγγείλει όσο καμία άλλη.
Τότε, το βασικό επιχείρημα ήταν ότι οι χρονικοί περιορισμοί απλώς ανέβαλλαν το πρόβλημα. Σήμερα, η πρόταση για 20ετή αναστολή επαναλαμβάνει την ίδια αρχή: αγορά χρόνου αντί για οριστική λύση. Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά η «αγορά» συνοδεύεται από ανοιχτή στρατιωτική πίεση.
Έτσι, η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι αυτή μιας διαδικασίας ειρήνευσης, αλλά μιας προσπάθειας να βρεθεί ένας όρος τερματισμού του πολέμου που να μπορεί να παρουσιαστεί ως αμερικανική νίκη. Οι συνομιλίες αποτυπώνουν την αναζήτηση ενός πολιτικά αξιοποιήσιμου αποτελέσματος, σε μια στιγμή που η επιστροφή σε πλήρεις στρατιωτικές επιχειρήσεις μόνο απλή δεν είναι.
Και εδώ βρίσκεται η ειρωνεία της συγκυρίας. Ύστερα από περίπου 40 ημέρες καταστροφικών βομβαρδισμών, την πρόκληση διεθνούς οικονομικής κρίσης και απειλών που έκαναν να παγώσει το αίμα ολόκληρου του πλανήτη, η κυβέρνηση Τραμπ καταλήγει να συζητά μια χρονικά περιορισμένη αναστολή του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος — δηλαδή κάτι που θυμίζει έντονα τη λογική της συμφωνίας του 2015.
Μια λογική που είχε απορριφθεί ως ανεπαρκής και επικίνδυνη, επανέρχεται τώρα ως η πιο ρεαλιστική διέξοδος. Όχι επειδή άλλαξαν οι αρχές της αμερικανικής πολιτικής, αλλά επειδή τα όρια της στρατιωτικής επιλογής έγιναν, μέσα σε λίγες εβδομάδες, πολύ πιο ορατά.
0 Σχόλια