Eκείνο το καλοκαίρι του 1974 σημάδεψε ανεξίτηλα την Κύπρο, την Ελλάδα, τον Ελληνισμό ολόκληρο. Το νησί του Ευαγόρα, η γη των Αγίων και των μαρτύρων, βρέθηκε βίαια μοιρασμένη, κουβαλώντας ακόμη πληγές ανοιχτές και μνήμες που καίνε. Η τουρκική εισβολή δεν υπήρξε απλώς μια στρατιωτική επιχείρηση. Ήταν ένα έγκλημα προμελετημένο, ένα έγκλημα που στηρίχθηκε στην προδοσία, στην αδιαφορία, στη δειλία. Και όμως, μέσα από τα ερείπια, μέσα από το σκοτάδι της προδοσίας, αναδείχθηκαν μορφές φωτεινές, Έλληνες που με το αίμα και την ψυχή τους κράτησαν όρθιο το φρόνημα του γένους.
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους νικητές. Γράφεται και από εκείνους που, ενώ γνώριζαν πως θα χαθούν, στάθηκαν όρθιοι και πολέμησαν για την τιμή και την ελευθερία. Γι’ αυτούς, τους γνωστούς και άγνωστους ήρωες της Κύπρου, είναι αφιερωμένες οι επόμενες σελίδες μνήμης.Το πραξικόπημα που άνοιξε την πόρτα στον εχθρό
Η τουρκική εισβολή της 20ης Ιουλίου 1974 δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Είχε προηγηθεί το πραξικόπημα της χούντας Ιωαννίδη στις 15 Ιουλίου, με στόχο την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η Εθνική Φρουρά, αντί να βρίσκεται σε ετοιμότητα για να υπερασπιστεί την πατρίδα, είχε μετατραπεί σε όργανο πολιτικών και ξένων επιδιώξεων. Οι καλύτερες μονάδες ήταν καθηλωμένες στη Λευκωσία, στηρίζοντας τον διορισμένο «πρόεδρο» Νίκο Σαμψών – μια μαριονέτα της χούντας, όπως τον χαρακτήρισαν και οι ίδιοι οι πρωτεργάτες.
Όταν οι τουρκικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην ακτή Πέντε Μίλι, βρήκαν μπροστά τους όχι Θερμοπύλες, αλλά άδειες θέσεις. Τάγματα που είχαν αναλάβει την άμυνα δεν κινήθηκαν, είτε γιατί κυνηγούσαν τον Μακάριο είτε γιατί είχαν σαφείς εντολές να μείνουν αδρανή. Ο Τούρκος στρατηγός Ντεμιρέλ, διοικητής της 39ης Μεραρχίας, έγραψε αργότερα πως ακόμη απορεί πώς οι ακτές δεν ήταν ναρκοθετημένες, πώς δεν υπήρξε ούτε μια βολή να τους καθυστερήσει. Δεν έκαναν απόβαση – έκαναν κυριολεκτικά αποβίβαση.
Αυτή ήταν η προδοσία. Να αφήνεται ο τόπος ανοχύρωτος, να φεύγουν τα ελληνικά υποβρύχια χωρίς να χτυπήσουν, να καθηλώνεται η αεροπορία στην Ελλάδα με εντολές «μη εμπλοκής».
Οι πρώτες σπίθες αντίστασης
Και όμως, δεν έλειψαν οι φωνές που αρνήθηκαν να υποταχθούν. Ο αντισυνταγματάρχης Παύλος Κουρουπής, διοικητής του 251 Τάγματος Πεζικού, με τον ταγματάρχη Τσιάκκα στο πλευρό του, έστησαν τη δική τους Θερμοπύλη. Με πενιχρά μέσα, χωρίς συντονισμό, κράτησαν τους Τούρκους καθηλωμένους επί δυόμισι μέρες. Αγνοούμενοι μέχρι σήμερα, πέρασαν στην αθανασία.
Στα υψώματα του Πενταδακτύλου, ο τότε νεαρός υπολοχαγός Αντωνακόπουλος πήρε μόνος την πρωτοβουλία να κατευθύνει πυρά πυροβολικού κατά των αποβατικών. Δεν περίμενε εντολές – εντολή του ήταν το καθήκον.
Στη θάλασσα, οι παλιές τορπιλάκατοι Τ1 και Τ3 βγήκαν στα ανοικτά της Κερύνειας. Ο υποπλοίαρχος Ελευθέριος Τσομάκης, γνωρίζοντας πως επρόκειτο για αποστολή αυτοκτονίας, πλησίασε σε απόσταση βολής τον εχθρικό στόλο. Δύο τουρκικά αεροπλάνα κατερρίφθησαν από τα αντιαεροπορικά του, πριν το πλοίο του χτυπηθεί θανάσιμα. Ο Τσομάκης έπεσε, αλλά το παράδειγμά του γράφτηκε με ανεξίτηλο μελάνι: η πρώτη απώλεια αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού μετά τον Β΄ Παγκόσμιο.
Η άνιση μάχη της ΕΛΔΥΚ
Καθοριστικό ρόλο στις πρώτες μέρες της εισβολής είχε η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ). Παρά την αποδιοργάνωση, κράτησε θέσεις, προκάλεσε απώλειες, έδωσε χρόνο. Όμως όταν ήρθε η ώρα του δεύτερου γύρου, τον Αύγουστο, η μοίρα της ήταν προδιαγεγραμμένη.
Χωρίς αεροπορική κάλυψη, χωρίς πυροβολικό, οι ΕΛΔΥΚάριοι έμειναν μόνοι απέναντι σε άρματα και επίλεκτες δυνάμεις. Εκεί βγήκαν στο φως οι μορφές του Σωτήρη Σταυριανάκου, που με ένα πιστόλι πολέμησε άρματα, απαντώντας στους στρατιώτες του: «Είμαστε Έλληνες στρατιώτες, εδώ είναι Ελλάδα. Τα άρματα θα περάσουν από πάνω μας». Και πέρασαν – αλλά πάνω από τα σώματα ηρώων.
Ο λοχαγός Βασίλης Σταμπουλής έμεινε στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ μέχρι τέλους, γνωρίζοντας πως δεν υπήρχε επιστροφή. Εκεί βεβηλώθηκαν τα πτώματα, αποκεφαλίστηκαν οι νεκροί, για να φωτογραφηθούν οι εισβολείς με ελληνικά κεφάλια στα χέρια. Μα η εικόνα αυτή, αντί να μειώσει, ύψωσε τον ηρωισμό.
Οι πολεμιστές του Πενταδακτύλου
Στα βουνά του Πενταδακτύλου γράφτηκαν σελίδες που θυμίζουν το ’21. Ο αντισυνταγματάρχης Στυλιανός Καλμπουρτζής, διοικητής της 181 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού, πολέμησε τρεις μέρες με τους άνδρες του, μέχρις εσχάτων. Κάλυψε με το σώμα του την αποχώρηση στρατιωτών, ρίχνοντας ο ίδιος πυρά από προωθημένη θέση. Τα οστά του βρέθηκαν δεκαετίες αργότερα, μα η ψυχή του είχε περάσει από καιρό στην αθανασία.
Οι Μοίρες Καταδρομών ανέλαβαν αποστολές πέρα από τις δυνάμεις τους. Ο ταγματάρχης Γιώργος Κατσάνης, θρύλος των καταδρομέων, έπεσε στο κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, πιστός στο όρκο του.
Ο ταγματάρχης Δημήτρης Αλευρομάγειρος με το 336 Τάγμα Πεζικού κράτησε τη Λευκωσία. Αν δεν ήταν εκείνος και οι άνδρες του, η πρωτεύουσα θα είχε χαθεί.
Ο ναυμάχος της Πάφου
Μια ιδιαίτερη μορφή αναδείχθηκε στην Πάφο: ο πλωτάρχης Ελευθέριος Χανδρινός. Χωρίς διαταγές, αποφάσισε να κανονιοβολήσει τον τουρκικό θύλακα. Στη συνέχεια, με ελιγμούς παραπλάνησε την τουρκική αεροπορία, που βομβάρδισε κατά λάθος δύο τουρκικά αντιτορπιλικά. Με μια ενέργεια τόλμης και ευφυΐας, άλλαξε τη ροή μιας ολόκληρης τοπικής σύγκρουσης.
Το δράμα στο αεροδρόμιο Λευκωσίας
Ιδιαίτερα συγκλονιστική είναι η ιστορία των καταδρομέων που πέταξαν από το Μάλεμε της Κρήτης με τα αεροσκάφη Noratlas. Το σχέδιο ήταν παράτολμο, σχεδόν απελπισμένο. Στην προσέγγισή τους, οι δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς τους πέρασαν για τουρκικά αεροπλάνα και άνοιξαν πυρ. Το «Νίκη-4» καταρρίφθηκε· όλοι σκοτώθηκαν εκτός από έναν, τον Θανάση Ζαφειρίου.
Κι όμως, όσοι επέζησαν από τα υπόλοιπα αεροσκάφη, πολέμησαν με αυταπάρνηση και κράτησαν το αεροδρόμιο. Ο διοικητής της Α΄ Μοίρας Καταδρομών, Γιώργος Παπαμελετίου, περιγράφει πως δέχθηκε πυρά ακόμη και από θέσεις του ΟΗΕ, που με τη στάση τους διευκόλυναν τους Τούρκους. Τελικά το αεροδρόμιο παραδόθηκε στον ΟΗΕ και παραμένει υπό τον έλεγχό του έως σήμερα – ένα σύμβολο παγωμένης ιστορίας.
Η μνήμη των ηρώων
Χρόνια μετά, οι πληγές δεν έχουν κλείσει. Οι αγνοούμενοι παραμένουν πληγή ανοιχτή, οι πρόσφυγες δεν γύρισαν στα σπίτια τους, τα κατεχόμενα μένουν υπό κατοχή. Μα πάνω από όλα, μένει το χρέος της μνήμης.
Η Πολιτεία άργησε να αναγνωρίσει τις θυσίες. Ο Τσομάκης τιμήθηκε μετά από χρόνια. Ο Παπαμελετίου αποστρατεύτηκε πρόωρα. Πολλοί έζησαν στη σκιά, κουβαλώντας ενοχές και πίκρα που οι θυσίες δεν βρήκαν δικαίωση. Μα η ιστορία, όσο κι αν προσπάθησαν κάποιοι να τη σκεπάσουν με σιωπή, τους δικαιώνει.
Η Κύπρος του 1974 δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική ήττα. Ήταν ένα μάθημα για το πώς η προδοσία στην κορυφή μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή, αλλά και για το πώς η τιμή των λίγων σώζει την ψυχή του έθνους.
Η προδοσία και ο ηρωισμός ως δίδαγμα
Στην Κύπρο του 1974 συγκρούστηκαν δύο έννοιες: η προδοσία και ο ηρωισμός. Η πρώτη άνοιξε την πόρτα στον κατακτητή, η δεύτερη κράτησε όρθιο τον λαό.
Η προδοσία είχε ονόματα: πολιτικοί και στρατιωτικοί που ακολούθησαν τυφλά εντολές, που έθεσαν προσωπικά και ξένα συμφέροντα πάνω από το καθήκον. Η αδράνεια της αεροπορίας, η απόσυρση των υποβρυχίων, η ακινησία μονάδων την ώρα της απόβασης, αποτελούν ντροπή που θα βαραίνει για πάντα.
Ο ηρωισμός, όμως, είχε πρόσωπα και πράξεις:
- Ο Κουρουπής και οι άνδρες του στο 251 ΤΠ.
- Ο Τσομάκης και τα πληρώματα των τορπιλακάτων.
- Η ΕΛΔΥΚ και οι αξιωματικοί της που πολέμησαν μέχρι ενός.
- Ο Καλμπουρτζής στον Πενταδάκτυλο.
- Ο Χανδρινός στην Πάφο.
- Οι καταδρομείς του Noratlas και ο Παπαμελετίου στο αεροδρόμιο.
- Ο Κατσάνης στον Άγιο Ιλαρίωνα.
Μνήμη ως υποχρέωση
Σήμερα, μισό αιώνα μετά, η μνήμη εκείνων των ημερών δεν είναι απλώς ιστορική ανάμνηση. Είναι χρέος. Γιατί οι νεκροί και οι αγνοούμενοι του 1974 δεν ανήκουν μόνο στις οικογένειές τους. Ανήκουν σε ολόκληρο τον Ελληνισμό.
Η Κύπρος πληγώθηκε από την προδοσία, μα τιμήθηκε από τον ηρωισμό. Αν η ιστορία έμεινε μισή, είναι καθήκον μας να την ολοκληρώσουμε με τη δικαίωση της μνήμης. Γιατί όσο θυμόμαστε, όσο μνημονεύουμε, όσο τιμούμε, η θυσία δεν πάει χαμένη.
Οι νέες γενιές πρέπει να μάθουν πως η ελευθερία δεν χαρίζεται. Πως ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές, Έλληνες στάθηκαν όρθιοι και πολέμησαν, για να αποδείξουν ότι η προδοσία δεν μπορεί να σβήσει τον ηρωισμό.
Η Κύπρος του 1974 είναι η δική μας Ιστορία. Και η Ιστορία ζητά δικαίωση, ζητά μνήμη, ζητά συνέχιση του αγώνα για Ελευθερία.
Πηγή:enoplos.gr


0 Σχόλια