
Το Πεκίνο απειλεί με αντίποινα για τις κυρώσεις κατά κινεζικών εταιρειών, ανεβάζοντας επικίνδυνα το θερμόμετρο σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις των δύο πλευρών δοκιμάζονται ήδη από βαθιές εμπορικές και γεωπολιτικές διαφωνίες.
Σε νέα φάση έντασης εισέρχονται οι σχέσεις μεταξύ της Κίνας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την απόφαση των Βρυξελλών να συμπεριλάβουν κινεζικές εταιρείες στο νέο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, προκαλώντας οργισμένη αντίδραση από το Πεκίνο.
Η κινεζική κυβέρνηση προειδοποίησε ανοιχτά ότι εάν δεν αρθούν τα μέτρα, θα υπάρξουν αντίποινα, ανεβάζοντας επικίνδυνα το θερμόμετρο σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις των δύο πλευρών δοκιμάζονται ήδη από βαθιές εμπορικές και γεωπολιτικές διαφωνίες.
Το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας εξέφρασε «έντονη δυσαρέσκεια» για τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπογραμμίζοντας ότι το Πεκίνο θα προστατεύσει «αποφασιστικά τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα» των κινεζικών επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με την κινεζική πλευρά, οι ευρωπαϊκές κυρώσεις πλήττουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη και υπονομεύουν το κλίμα συνεργασίας που είχε οικοδομηθεί τα προηγούμενα χρόνια ανάμεσα στις δύο οικονομικές υπερδυνάμεις.
Η σύγκρουση πυροδοτήθηκε από το 20ό πακέτο κυρώσεων της ΕΕ κατά της Ρωσίας, στο οποίο εντάχθηκαν κινεζικές εταιρείες — συμπεριλαμβανομένων οντοτήτων με έδρα το Χονγκ Κονγκ — με την κατηγορία ότι συμβάλλουν στην παράκαμψη των δυτικών περιορισμών απέναντι στη Μόσχα.
Οι ευρωπαϊκές αρχές υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες προμηθεύουν προϊόντα «διπλής χρήσης», δηλαδή υλικά και τεχνολογίες που μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο για πολιτικές όσο και για στρατιωτικές εφαρμογές, ενισχύοντας έμμεσα τη ρωσική πολεμική βιομηχανία εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία.
Το νέο πακέτο κυρώσεων δεν αφορά μόνο την Κίνα. Περιλαμβάνει περισσότερες από 20 εταιρείες από τρίτες χώρες, ανάμεσά τους επιχειρήσεις από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν και τη Λευκορωσία, που φέρονται να συμμετέχουν σε δίκτυα παράκαμψης των κυρώσεων.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να αποτρέψει μια γενικευμένη διπλωματική κρίση, ξεκαθαρίζοντας ότι τα μέτρα δεν στρέφονται κατά της Κίνας ως κράτους, αλλά αποκλειστικά κατά συγκεκριμένων επιχειρήσεων που παραβιάζουν το καθεστώς κυρώσεων.
Οι Βρυξέλλες επιμένουν ότι βασικός στόχος είναι να περιοριστεί η δυνατότητα της Ρωσίας να αποκτά κρίσιμα υλικά και τεχνολογίες που μπορούν να στηρίξουν τη συνέχιση του πολέμου.
Ωστόσο, πίσω από τη συγκεκριμένη αντιπαράθεση κρύβονται βαθύτερες στρατηγικές και οικονομικές εντάσεις.
Το εμπορικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην Κίνα ξεπερνά πλέον τα 300 δισεκατομμύρια ευρώ, γεγονός που ενισχύει τις φωνές μέσα στην Ευρώπη υπέρ μιας πιο επιθετικής εμπορικής πολιτικής απέναντι στο Πεκίνο.
Τα τελευταία χρόνια, η ΕΕ έχει αυξήσει τους ελέγχους σε κινεζικές επενδύσεις, ενώ έχουν ενταθεί και οι συγκρούσεις γύρω από τις κινεζικές επιδοτήσεις, τις εξαγωγές τεχνολογίας και την πρόσβαση ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά.
Η απειλή αντιποίνων από την Κίνα προκαλεί ήδη ανησυχία σε ευρωπαϊκούς επιχειρηματικούς κύκλους. Το Πεκίνο έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι χρησιμοποιεί το εμπόριο και την οικονομική του ισχύ ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης, είτε μέσω περιορισμών στις εισαγωγές είτε μέσω στοχευμένων μέτρων κατά ξένων εταιρειών και κλάδων.
Το επόμενο διάστημα θεωρείται κρίσιμο για την πορεία των ευρωκινεζικών σχέσεων.
Η Ευρώπη εμφανίζεται αποφασισμένη να διατηρήσει τη σκληρή γραμμή απέναντι στη Ρωσία και απέναντι σε όσους θεωρεί ότι βοηθούν τη Μόσχα να παρακάμπτει τις κυρώσεις. Η Κίνα, από την άλλη, επιχειρεί να αποτρέψει τη δημιουργία ενός επικίνδυνου προηγούμενου που θα μπορούσε να στοχοποιήσει ευρύτερα τις επιχειρήσεις της στη διεθνή αγορά.
Το ερώτημα πλέον είναι αν οι δύο πλευρές θα επιλέξουν την οδό του διαλόγου και της αποκλιμάκωσης ή αν οδεύουν προς μια νέα περίοδο οικονομικής και εμπορικής σύγκρουσης με συνέπειες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Πηγη: geopolitivo.gr

0 Σχόλια