
Το 2025, η κινεζική οικονομία κατέγραψε νέο ρεκόρ εξαγωγών. Το Bloomberg News φτάνει μέχρι το σημείο να προβλέπει εμπορικό πλεόνασμα ύψους 1,2 τρισ. δολαρίων (1,035 τρισ. ευρώ) για φέτος. Πρωτοφανές! Αυτή η επίδοση εξηγείται όχι μόνο από την εδραίωση της κυριαρχίας της χώρας σε τομείς όπου παραδοσιακά διαθέτει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα (υφαντουργία, χάλυβας, smartphones), αλλά και από την επιτάχυνση των εξαγωγών των λεγόμενων «πράσινων» τεχνολογιών. Ξεκινώντας από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα φωτοβολταϊκά και τις μπαταρίες λιθίου, που οι κινεζικές αρχές αποκαλούν «τα τρία νέα προϊόντα», εκτιμώντας ότι θα καταστούν αναγκαία στο πλαίσιο της παγκόσμιας «οικολογικής μετάβασης» .
Από τη σκοπιά των πρωτευουσών της Δύσης, αυτά τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να εξηγηθούν από μια στρατηγική βασισμένη σε εκείνο που η Καναδή πρώην υπουργός Οικονομίας Κρίστια Φρίλαντ είχε χαρακτηρίσει το 2024 ως «εσκεμμένη πολιτική δημιουργίας πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας κατευθυνόμενη από το κράτος» .Πρόκειται για μια πολιτική που αποσκοπεί στο ντοπάρισμα της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων μέσω της διευκόλυνσης του ντάμπινγκ (της πώλησης σε αδικαιολόγητα χαμηλές τιμές) των προϊόντων τους στις παγκόσμιες αγορές. Σύμφωνα με αυτήν την ανάλυση, οι δυτικές κοινωνίες υποφέρουν από τον αθέμιτο ανταγωνισμό ενός κινεζικού παραγωγικού μηχανισμού που απολαμβάνει πλήθος καταχρηστικών πλεονεκτημάτων από το Πεκίνο.
Κι όμως, έξι από τους κυριότερους παραγωγούς φωτοβολταϊκών της χώρας (Jinko Solar, Longi, JA Solar, Trina Solar, Tongwei και TCL Technology) ήταν στο κόκκινο το 2025, καθώς συσσώρευσαν συνολικές ζημίες 20,2 δισ. γιουάν (2,5 δισ. ευρώ) κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους (Financial Times, 4 Σεπτεμβρίου 2025). Όσον αφορά τα ηλεκτρικά οχήματα, τα κέρδη μειώθηκαν επίσης, σε μια συγκυρία πολέμου τιμών ανάμεσα στους κατασκευαστές. Η BYD, ο εθνικός πρωταθλητής του κλάδου και πρώτος παραγωγός παγκοσμίως σε συνεχή διαγκωνισμό με την αμερικανική Tesla, εμφανίζει αρνητικό κεφάλαιο κίνησης. Οι τοπικοί ανταγωνιστές της βρίσκονται σε ακόμα πιο άσχημη κατάσταση (Financial Times, 13 Ιουνίου 2025). Συνεπώς, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα παράδοξο: η αύξηση της παραγωγής και οι εξαγωγές φαίνεται να συνοδεύονται από την αποδυνάμωση των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Έτσι, πίσω από την κινεζική «επιτυχία», κρύβονται απειλές για την επιβίωση αυτών των στρατηγικών κλάδων παραγωγής.
Το σύνδρομο αυτό δεν είναι νέο στην Κίνα. Ο Ρομπέρ Μπουαγιέ, ερευνητής οικονομολόγος και εξέχουσα μορφή της «σχολής της ρύθμισης», περιέγραφε εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια ένα σύστημα «σε μόνιμη κατάσταση υπερεπένδυσης», που χαρακτηρίζεται από «αχαλίνωτο ανταγωνισμό, καθοδική τάση στα κόστη παραγωγής και συνεπώς καθοδική τάση στις τιμές αγοράς» . Για τον Μπουαγιέ, ο ανταγωνισμός είναι η κυρίαρχη «θεσμική μορφή» του κινεζικού καθεστώτος συσσώρευσης. Μεταξύ επιχειρήσεων, αλλά και μεταξύ τοπικών κυβερνήσεων, οι οποίες κάνουν τα πάντα για να προσελκύσουν, να προωθήσουν και να προστατέψουν την οικονομική δραστηριότητα στην επικράτειά τους. Η Κίνα, κάθε άλλο παρά το μονολιθικό σύστημα που συχνά περιγράφεται στον Τύπο, αποδεικνύεται εξαιρετικά αποκεντρωμένη από οικονομική άποψη. Κάθε Δήμος, επαρχία και περιφέρεια έχει τις δικές της βιομηχανικές φιλοδοξίες και διαθέτει σημαντικά μέσα για την υλοποίησή τους. Είτε ο στόχος είναι, για τους ισχυρότερους, η εξουδετέρωση των ανταγωνιστών είτε, για τους ασθενέστερους, η επιβίωση των παραγωγικών μονάδων τους, οι τοπικές εξουσίες, όπως και οι επιχειρήσεις, επιδίδονται σε μια κούρσα επενδύσεων. Από εκείνη τη στιγμή, ο ξέφρενος ανταγωνισμός και η υπερβολική παραγωγή αλληλοτροφοδοτούν έναν φαύλο κύκλο.
Τέτοιου τύπου δυναμικές έχουν εκδηλωθεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, με ποικίλη ένταση ανάλογα με τον κλάδο. Για παράδειγμα, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η Κίνα κατόρθωσε να διατηρήσει για ένα διάστημα διψήφια ποσοστά μεγέθυνσης της οικονομίας χάρη στις επενδύσεις της στις υποδομές και στα ακίνητα. Το επεισόδιο κληροδότησε πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα σε ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους που συνδέονται με την οικοδομή (χάλυβας, τσιμέντο, γυαλί). Έτσι, μια έντονη εκστρατεία «διόρθωσης», που ξεκίνησε το 2015, επιχείρησε να θέσει τέλος στο φαινόμενο, επιβάλλοντας το κλείσιμο ορισμένων μονάδων, καθώς και τη συγχώνευση επιχειρήσεων.
Με τη σειρά της, η ανεξέλεγκτη επέκταση του παραγωγικού δυναμικού της «πράσινης τεχνολογίας» (green tech) κατά τα τελευταία χρόνια οφείλεται στην κρίση των ακινήτων. Αντιμέτωπη εδώ και πέντε χρόνια με τη συρρίκνωση της οικοδομικής δραστηριότητας, η οποία προηγουμένως αποτελούσε μία από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις της οικονομίας, η κεντρική κυβέρνηση ενθάρρυνε τις επενδύσεις στα «τρία νέα προϊόντα», θεωρώντας ότι μπορούν να πάρουν τη σκυτάλη της οικονομικής ανάπτυξης. Έτσι, πολλές τοπικές αρχές άδραξαν επιθετικά την ευκαιρία, δημιουργώντας βιομηχανικά πάρκα, χορηγώντας πιστώσεις και επιδοτήσεις, ποντάροντας στην ανάπτυξη των νέων κλάδων προκειμένου να καλύψουν τις επιπτώσεις της ύφεσης στα ακίνητα. Όπως συνέβη και στην περίπτωση των οικοδομών και των υποδομών, η κεντρική εξουσία, αφού πρώτα ενθάρρυνε τις επενδύσεις, θεωρεί σήμερα αναγκαίο να τις φρενάρει. Στις αρχές Ιουλίου, ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ απεύθυνε κάλεσμα για «διόρθωση της αταξίας που συνδέεται με τον άναρχο ανταγωνισμό για το χαμηλότερο κόστος μεταξύ επιχειρήσεων». Δύο εβδομάδες αργότερα, προέβη σε μια εντελώς ρητορική ερώτηση: «Τεχνητή νοημοσύνη, υποδομές υπολογιστικής ισχύος, ηλεκτρικά αυτοκίνητα: είναι άραγε πραγματικά αναγκαίο κάθε επαρχία να αναπτύξει τις δικές της βιομηχανίες;» .
Από το 2024, το Κομμουνιστικό Κόμμα υιοθέτησε μια νέα φρασεολογία για να περιγράψει αυτό το ιδιαίτερο κακό που μαστίζει την εθνική οικονομία: «ενέλιξη» (nèijuǎn), δηλαδή η αντιστροφή της εξέλιξης. Τον Ιούλιο του 2024, το Πολιτικό Γραφείο κάνει για πρώτη φορά λόγο για «ολέθριο ανταγωνισμό ενελικτικού τύπου» . Έναν χρόνο αργότερα, η Qiushi, η θεωρητική επιθεώρηση της Κεντρικής Επιτροπής, πρότεινε την επίσημη ερμηνεία του όρου .Εξηγούσε ότι η ενέλιξη αποτελεί ένα «φαινόμενο νοσηρού ανταγωνισμού όπου οι οικονομικοί παράγοντες, προκειμένου να διατηρήσουν τη θέση τους ή να διεκδικήσουν μια περιορισμένη αγορά, επενδύουν ασταμάτητα σημαντικούς πόρους και ενέργεια χωρίς να επιτυγχάνουν αύξηση οφέλους». Έτσι, «ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις “ενελίσσουν” τις μικρότερες και ορισμένες πλατφόρμες “ενελίσσουν” τις επιχειρήσεις που τις χρησιμοποιούν». Το άρθρο υπογραμμίζει ότι είναι δυνατό «να “ενελίσσεται” η παραγωγική ικανότητα, να “ενελίσσονται” οι τιμές, να “ενελίσσεται” ο ανταγωνισμός, με αποτέλεσμα απώλειες για όλους».
Ωστόσο, ο επίσημος ορισμός ελάχιστα καλύπτει την πολυσημία της λέξης nèijuǎn στην Κίνα. Ο όρος προέρχεται από την ανθρωπολογία. Εμφανίζεται ιδίως στην κινεζική μετάφραση του έργου Γεωργική ενέλιξη: Οι διαδικασίες οικολογικής αλλαγής στην Ινδονησία του Αμερικανού ερευνητή Κλίφορντ Γκερτς (1926-2006). Στη μελέτη του, ο Γκερτς δείχνει πώς η εξάπλωση της παραγωγής ρυζιού στην Ιάβα τον 19ο αιώνα, την εποχή της ολλανδικής αποικιοκρατίας, συνοδεύτηκε από μια δημογραφική έκρηξη χωρίς βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, ενώ ταυτόχρονα οι όροι που καθόριζαν την πρόσβαση των αγροτών στη γη γίνονταν πιο περίπλοκοι και οι γεωργικές τεχνικές βρίσκονταν σε στασιμότητα.
Το 2020, ο όρος ξέφυγε από τους στενούς κύκλους των ανθρωπολογικών σεμιναρίων για να διαδοθεί αστραπιαία στα κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι, περιγράφει τον εξουθενωτικό, άνευ νοήματος ανταγωνισμό στον οποίο υποβάλλονται πολλοί Κινέζοι στην καθημερινότητά τους: υπάλληλοι γραφείου με ξεχειλωμένα ωράρια, διανομείς υποταγμένοι στους δαιμονισμένους ρυθμούς των αλγορίθμων, πτυχιούχοι ανώτατης εκπαίδευσης σε αναζήτηση εργασίας, μαθητές λυκείου που προετοιμάζονται για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, έως και μαθητές δημοτικού σχολείου που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την πρόσβαση στα καλύτερα γυμνάσια. Μπορεί να φαίνεται ότι όλα αυτά δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την ινδονησιακή γεωργία του 19ου αιώνα. Ωστόσο, σε αυτή τη δημοφιλή χρήση της nèijuǎn εντοπίζουμε την έκφραση ολοένα περισσότερων και συνθετότερων κοινωνικών αιτημάτων, καθώς απουσιάζει μια πραγματική πρόοδος. Το ιδεόγραμμα nèi σημαίνει «εσωτερικό» και το juǎn «περιτυλίγομαι», έτσι ώστε ο συνδυασμός τους να υπονοεί μια ατέρμονη κίνηση κουλουριάσματος γύρω από τον εαυτό σου, μια άγονη προσπάθεια. Η nèijuǎn διαδίδεται ακριβώς σε μια περίοδο έντονης αύξησης της ανεργίας των νέων, που βρίσκονται αντιμέτωποι με ολοένα μεγαλύτερες απαιτήσεις εκ μέρους επιχειρήσεων με ισχυρή θέση στην αγορά εργασίας. Έτσι, πολλές φωνές, αηδιασμένες από αυτή την ξέφρενη κούρσα, προτείνουν το tǎng píng («ξαπλώνω ανάσκελα»), δηλαδή την απόσυρση από τον ανταγωνισμό και τον περιορισμό των προσπαθειών στο ελάχιστο.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η πτώση των τιμών πώλησης όπως και του κόστους παραγωγής κάνει το φάσμα του αποπληθωρισμού να ξεπροβάλλει. Πράγματι, από το 2023, ο πληθωρισμός διατηρείται οριακά πάνω από το μηδέν, ενώ ο δείκτης τιμών παραγωγού, που μετράει τις τιμές κατά την «έξοδο από το εργοστάσιο», εξελίσσεται με αρνητικό πρόσημο, καθώς έχει μειωθεί κατά 11% από το 2022. Με άλλα λόγια, η παραγωγή αγαθών κοστίζει ολοένα και φτηνότερα στην Κίνα, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ολοένα και περισσότερο η ελκυστικότητα των προϊόντων made in Chinaστη διεθνή αγορά. Με τη μόνη διαφορά ότι εδώ πρόκειται για μια παράπλευρη επίπτωση της ενέλιξης, όχι για εσκεμμένη επιδίωξη της κεντρικής εξουσίας, η οποία αρχικά αποσκοπούσε μόνο στην προώθηση των νέων βιομηχανιών.
Στον αγώνα ενάντια στην ενέλιξη, που πλέον έχει αναχθεί σε προτεραιότητα της κεντρικής εξουσίας, το Πεκίνο έχει εντοπίσει δύο τρόπους δράσης. Ο πρώτος αφορά την περαιτέρω πειθάρχηση του κεφαλαίου, κάτι που το Κόμμα ποτέ δεν είχε ενδοιασμούς να κάνει. Το 2022, μια συνεδρία μελέτης του Πολιτικού Γραφείου, όπου προέδρευε ο Σι, συμπέρανε ότι πρέπει «να δημιουργηθεί ρυθμιστικό πλαίσιο και να καθοδηγηθεί η υγιής ανάπτυξη του κεφαλαίου» –καθώς και να «εκπαιδευθεί» το κεφάλαιο ώστε να οδηγηθεί «στην εφαρμογή των κορυφαίων αξιών του σοσιαλισμού». Μία από τις προτιμώμενες μεθόδους της τρέχουσας εκστρατείας εναντίον της ενέλιξης είναι η «αυτοπειθαρχία των τομέων της οικονομίας». Αυτή η στρατηγική στηρίζεται σε ομοσπονδίες επιχειρήσεων, εξαρτημένες από την κεντρική εξουσία, ώστε να επιβάλλονται περιορισμοί στα μέλη τους. Για παράδειγμα, τον Σεπτέμβριο του 2025, η Κινεζική Ένωση Αυτοκινητοβιομηχανιών επέβαλε στις επιχειρήσεις-μέλη της να πληρώνουν τους προμηθευτές τους εντός 60 ημερών. Ένα άλλο πεδίο παρέμβασης είναι οι τιμές. Η Λαϊκή Εθνική Συνέλευση φέρεται να ετοιμάζεται να τροποποιήσει τον νόμο του 1997 για τις τιμές, προκειμένου να απαγορευθούν οι πωλήσεις κάτω του κόστους, οι οποίες πραγματοποιούνται με στόχο την ευκολότερη κατάκτηση των αγορών.
Ο δεύτερος μοχλός αφορά τις τοπικές εξουσίες –δηλαδή τις αρχές των πόλεων, των επαρχιών και των περιφερειών– οι οποίες κατηγορούνται ότι προξενούν την ενέλιξη χρηματοδοτώντας την ανεξέλεγκτη επέκταση των επιχειρήσεων. Τον Σεπτέμβριο του 2025, η Εθνική Επιτροπή Ανάπτυξης και Μεταρρύθμισης, ο οργανισμός οικονομικού σχεδιασμού της κεντρικής κυβέρνησης, εξήγησε ότι «σε ορισμένες περιοχές χορηγούνται αθεμίτως πλεονεκτήματα σε σχέση με τη φορολογία, τα ακίνητα ή την τιμή της ενέργειας προκειμένου να προσελκυστούν επενδύσεις, επιδεινώνοντας έτσι τον ανταγωνισμό “ενελικτικού” τύπου». Η λύση συνίσταται στην «ενοποιημένη μεγάλη εθνική αγορά» –ένα επίσημο σύνθημα των αρχών από το 2022. Σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή Ανάπτυξης και Μεταρρύθμισης, «μόνο εμβαθύνοντας την οικοδόμηση της ενοποιημένης μεγάλης εθνικής αγοράς, εναρμονίζοντας τους θεσμούς και τους κανόνες και διευρύνοντας αδιάκοπα το πεδίο της συνάντησης της προσφοράς με τη ζήτηση στην αγορά θα μπορέσει η τελευταία να διαδραματίσει πλήρως τον αποφασιστικό ρόλο της στην κατανομή των πόρων» . Έτσι, η αντιμετώπιση της ενέλιξης θεωρείται ότι απαιτεί την επέκταση της σφαίρας επιρροής της αγοράς σε βάρος των άστοχων παρεμβάσεων των αποκεντρωμένων τοπικών αυτοδιοικήσεων. Εδώ, από τη μία πλευρά βλέπουμε ότι ο «κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας», για τον οποίο κατηγορείται το Πεκίνο, μερικές φορές συνίσταται, κατά παράδοξο τρόπο, στην επιβολή περισσότερης εσωτερικής ελευθερίας στις συναλλαγές, περικόπτοντας τα περιθώρια ελιγμών των τοπικών αρχών. Και από την άλλη, ότι η εμπορευματοποίηση της οικονομίας μπορεί να συμβαδίζει με τον συγκεντρωτισμό. Τον Οκτώβριο του 2025, η ετήσια Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής υπερθεματίζει, καλώντας σε «αποφασιστική εξάλειψη των σημείων όπου εμφανίζονται εμπλοκές και στενώσεις που παρεμποδίζουν την οικοδόμηση της ενοποιημένης μεγάλης εθνικής αγοράς».
Μέτρα περιορισμού των επιχειρήσεων, αλλά με ταυτόχρονη επέκταση της αυτοκρατορίας της αγοράς; Εκείνο που αλλού θα έμοιαζε με παραδοξολογία, ακόμα και με ανυπέρβλητη αντίφαση, γίνεται καταληπτό μέσα σε ένα σύστημα όπου ο αυξανόμενος ρόλος της εμπορευματικής λογικής μέσα στην κοινωνία δεν έχει πάψει να συνδυάζεται, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, με την ενίσχυση των πρωτείων του κράτους-κόμματος. Ακόμα και μέσα στην τάξη που επιβάλλει το κεφάλαιο.
Πηγή:militaire.gr

0 Σχόλια