Trump–Erdoğan: Η νέα στρατηγική της Τουρκίας από τη Δύση





Η συνάντηση του Donald Trump με τον Recep Tayyip Erdoğan στην Άγκυρα συνοδεύτηκε από δηλώσεις για τις κυρώσεις CAATSA, τα F-35, τη Συρία, το Ιράν, τη Ρωσία και τη διμερή αμυντική συνεργασία. Πίσω όμως από τις δημόσιες τοποθετήσεις αναδείχθηκε μια ευρύτερη στρατηγική μεταβολή: η σταδιακή επανεκτίμηση της θέσης της Τουρκίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο κατά την οποία σχεδόν κάθε μεγάλη περιφερειακή κρίση περνά, άμεσα ή έμμεσα, από την Άγκυρα.

Οι δηλώσεις του Αμερικανού Προέδρου υπέρ της άρσης των κυρώσεων και της επανεξέτασης του ζητήματος των F-35 προκάλεσε το πιο ορατό πολιτικό σήμα της συνάντησης. Δεν εγκαινιάζουν, ωστόσο, μια εντελώς νέα πορεία. Επιβεβαιώνουν μια διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει να διαμορφώνεται μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, την παρατεταμένη κατάσταση στη Μέση Ανατολή, την κρίση στη Συρία, την αντιπαράθεση με τον Ιράν και τη μετατόπιση του ΝΑΤΟ προς μεγαλύτερη αμυντική παραγωγή και επιχειρησιακή ετοιμότητα.

Η αλλαγή αυτή συνδέεται με την επιστροφή της γεωπολιτικής στην πυρήνα της δυτικής στρατηγικής. Οι Ουάσιγκτον και οι διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν αξιολογούν πλέον την Τουρκία μόνο μέσα από τους S-400, τις διμερείς εντάσεις ή τις διαφορές στην Ανατολική Μεσόγειο. Την αξιολογούν και μέσα από τη δυνατότητά της να επηρεάζει κρίσιμα μέτωπα. Η Άγκυρα παραμένει δύσκολος σύμμαχος, αλλά είναι ταυτόχρονα περιφερειακή δύναμη με παρουσία σε πολλά θέατρα.

Στη Συρία, η ασφάλεια του βορρά, το κουρδικό ζήτημα, οι προσφυγικές ροές και η μελλοντική ισορροπία της χώρας δεν μπορεί να εξεταστεί χωρίς την Τουρκία. Στη Μαύρη Θάλασσα, η Άγκυρα ελέγχει τα Στενά μέσω της Σύμβασης του Μοντρέ και διατηρεί διαύλους τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο. Στον πόλεμο Ουκρανίας–Ρωσίας, έχει καταφέρει να παραμείνει μέλος του ΝΑΤΟ και ταυτόχρονα συνομιλητής της Ρωσίας, κάτι που λίγοι δυτικοί σύμμαχοι μπορούν να κάνουν. Στη Μέση Ανατολή, διαθέτει ρόλο στη Γάζα, σχέσεις με τον Ιράν, επιρροή στον αραβικό κόσμο και φιλοδοξία να λειτουργεί ως ανεξάρτητος περιφερειακός κόμβος.

Διαβάστε επίσης: Το SAMP/T στην Τουρκία και το κοινό της αντιβαλλιστικής άμυνας

Αυτή η πολυμέτωπη παρουσία εξηγεί γιατί οι S-400, αν και παραμένουν σοβαρό θεσμικό και πολιτικό πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν αποτελούν πλέον το μοναδικό φίλτρο μέσα από το οποίο αξιολογείται η Τουρκία. Οι κυρώσεις CAATSA επιβλήθηκαν το 2020 λόγω της αγοράς του ρωσικού συστήματος, ενώ η απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 συνδέθηκε με ανησυχίες για την ασφάλεια της τεχνολογίας stealth. Η σημερινή αμερικανική προσέγγιση δεν αναιρεί τις ανησυχίες, αλλά δείχνει ότι η Ουάσιγκτον τις σταθμίζει πλέον μέσα σε ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο.

Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται ήδη σε συγκεκριμένες κινήσεις αμυντικής συνεργασίας. Η αμερικανική έγκριση για τους κινητήρες GE F110 του τουρκικού μαχητικού KAAN, η ανάπτυξη του ιταλικού SAMP/T στο Konya στο πλαίσιο νατοϊκής δραστηριότητας και η συζήτηση για την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής βάσης της Συμμαχίας δεν είναι αποσπασματικά επεισόδια. Συνδέονται με τη νέα ανάγνωση της Τουρκίας ως χώρας που δεν είναι πλέον μόνοι αγοραστές δυτικών οπλικών συστημάτων, αλλά διαθέτει αυξανόμενη αμυντική παραγωγή, εμπειρία στα drones, ναυπηγικές δυνατότητες, πυραυλικά προγράμματα και φιλοδοξία ανάπτυξης εθνικού μαχητικού αεροσκάφους.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα F-35 έχουν για την Άγκυρα μεγαλύτερη πολιτική και συμβολική αξία από ό,τι αμιγώς επιχειρησιακή. Μια πιθανή επιστροφή στο πρόγραμμα θα λειτουργούσε ως ένδειξη στρατηγικής αποκατάστασης στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και σήμα ότι η Τουρκία επανέρχεται στη σκληρή πυρήνα της δυτικής τεχνολογικής αρχιτεκτονικής. Δεν πρόκειται μόνο για αεροσκάφη, αλλά για πρόσβαση, διαλειτουργικότητα, πιστοποίηση, εμπιστοσύνη και συμμετοχή σε ένα προηγμένο αμερικανικό οικοσύστημα άμυνας.

Ακριβώς εκεί βρίσκεται και το βασικό δίλημμα της τουρκικής στρατηγικής. Όσο περισσότερο η Άγκυρα εντάσσεται στο αμερικανικό οικοσύστημα συντήρησης, λογισμικού, αναβαθμίσεων, ανταλλακτικών, δεδομένων και πολιτικών εγκρίσεων, τόσο περισσότερο περιορίζεται η αυτονομία που επιχειρεί να οικοδομήσει μέσω του KAAN και της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Η Τουρκία επιδιώκει αναγνώριση από τη Δύση, αλλά δεν θέλει πλήρη εξάρτηση από τη Δύση. Θέλει σε προηγμένες αμερικανικές τεχνολογίες, αλλά παράλληλα επιδιώκει να περιορίσει την πολιτική ευαλωτότητα που δημιουργεί αυτή η πρόσβαση.

Διαβάστε επίσης: Η έγκριση κινητήρων για το KAAN σηματοδοτεί νέα φάση στις αμυντικές σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας

Η ίδια λογική διατρέχει και την ευρύτερη εξωτερική της πολιτική. Η Άγκυρα θέλει να παραμείνει νατοϊκός σύμμαχος, αλλά όχι να λειτουργεί αποκλειστικά ως εκτελεστής νατοϊκών προτεραιοτήτων. Θέλει ρόλο διαμεσολαβητή με τη Ρωσία, συνομιλητή με τον Ιράν, παράγοντας στη Γάζα και διαμορφωτή εξελίξεων στη Συρία, χωρίς να επιστρέψει στο μοντέλο εξάρτησης που χαρακτήριζε παλαιότερες φάσεις των σχέσεων της με τη Δύση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η εξίσωση παραμένει σύνθετη. Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι οι κινήσεις της Τουρκίας συχνά προκαλούν αντιδράσεις στο Κογκρέσο, στο Ισραήλ και σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ταυτόχρονα, δύσκολα μπορεί να σχεδιάσει πολιτική για τη Μαύρη Θάλασσα, τη Συρία, την Ουκρανία, τον Ιράν, τη Γάζα ή τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ χωρίς να λάβει την Τουρκία. Αυτό είναι το πραγματικό βάθος της συνάντησης Trump–Erdoğan: όχι η προσωπική σχέση των δύο ηγετών, αλλά η αναγνώριση ότι η Τουρκία έχει αποκτήσει βαρύτητα που υπερβαίνει το πλαίσιο των κυρώσεων.

Η ευρωπαϊκή διάσταση προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα. Για τις διάφορες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η Τουρκία αποτελεί σημαντικό εταίρο στη Μαύρη Θάλασσα, στη μετανάστευση, στην ενέργεια, στη Συρία και στην αμυντική παραγωγή. Παράλληλα, η ενίσχυση της Τουρκίας προκαλεί επιφυλάξεις σε χώρες που βλέπουν την Άγκυρα ως ανταγωνιστικό περιφερειακό παράγοντα, ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο. Η πιθανή επανενεργοποίηση του φακέλου F-35 θα επηρεάσει και την περιφερειακή ισορροπία με την Ελλάδα, όχι επειδή τα αεροσκάφη λύνουν από μόνα τους το επιχειρησιακό πρόβλημα της Τουρκίας, αλλά επειδή μεταφέρουν πολιτικό μήνυμα επανένταξης και αναβάθμισης.

Η συνάντηση στην Άγκυρα ανέδειξε μια ευρύτερη μετατόπιση στο ΝΑΤΟ. Η Συμμαχία εισέρχεται σε φάση όπου η αμυντική βιομηχανία, η παραγωγική ικανότητα, τα αποθέματα πυρομαχικών, τα συστήματα αεράμυνας και η διαλειτουργικότητα αποκτούν μεγαλύτερο βάρος. Σε αυτό το περιβάλλον, η Τουρκία διαθέτει χαρακτηριστικά που ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούν να ενισχύσουν: αμυντική βιομηχανική βάση, επιχειρησιακή εμπειρία και πολιτική βούληση να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική ισχύ ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.

Διαβάστε επίσης: Από τον Τραμπ μέχρι τον Rutte: Πώς η Δύση επαναξιολογεί τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας

Η Άγκυρα, ωστόσο, δεν επανέρχεται στη Δύση ως χώρα που εγκαταλείπει τη στρατηγική αυτονομία της. Επανέρχεται ως χώρα που επιδιώκει να μετατρέψει τη γεωπολιτική της χρησιμότητα σε τεχνολογική πρόσβαση, πολιτική αναγνώριση και μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων. Αυτό διαφοροποιεί τη σημερινή φάση από προηγούμενες απόπειρες επαναπροσέγγισης. Η Τουρκία δεν ζητά απλώς την άρση κυρώσεων. Επιχειρεί να καταστήσει σαφές ότι η Δύση χρειάζεται την Τουρκία όσο και η Τουρκία τη Δύση.

Το επόμενο στάδιο δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα προχωρήσει η πώληση F-35 ή από το αν θα αρθούν πλήρως οι κυρώσεις CAATSA. Θα κριθεί από το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες, το ΝΑΤΟ και η Τουρκία μπορεί να διαμορφώσει έναν νέο τύπο σχέσης, λιγότερο βασισμένο στην πειθαρχία ενός παραδοσιακού συμμάχου και προσαρμοσμένο σε μια περιφερειακή δύναμη που λειτουργεί ταυτόχρονα μέσα και από τα δυστικά όρια.

Η συνάντηση Trump–Erdoğan ίσως αποδειχθεί λιγότερο σημαντική για όσα ειπώθηκαν δημοσίως και περισσότερο για όσα αποκάλυψε σχετικά με τη νέα θέση της Τουρκίας στη δυτική στρατηγική. Η συζήτηση στην Ουάσιγκτον δεν αφορά πλέον μόνο το αν η Άγκυρα είναι ένας προβληματικός σύμμαχος, αλλά πώς μπορεί να αξιοποιηθεί ως περιφερειακή δύναμη χωρίς να παραμεριστεί οι διαφορές που εξακολουθούν να υφίστανται. Η μετατόπιση αυτή δεν καταστρέφει τα προβλήματα γύρω από τους S-400, τα F-35 ή την Ανατολική Μεσόγειο. Αλλάζει όμως το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Δύση τα αντιμετωπίζει.

Στρατηγικό στιγμιότυπο

Η συνάντηση Trump–Erdoğan στην Άγκυρα δεν αφορά μόνο τα F-35 ή τις κυρώσεις CAATSA. Αντανακλά τη βαθύτερη επανεκτίμηση της Τουρκίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ ως κρίσιμος περιφερειακός παράγοντας σε Συρία, Ουκρανία, Ρωσία, Ιράν, Γάζα, Μαύρη Θάλασσα και Ανατολικό Μεσόγειο. Τα F-35 έχουν για την Άγκυρα ισχυρή συμβολική αξία, καθώς θα σήμαινε πολιτική αποκατάσταση στον δυτικό αμυντικό πυρήνα, αλλά ταυτόχρονα θα ενίσχυε την εξάρτηση από το αμερικανικό τεχνολογικό οικοσύστημα. Το βασικό δίλημμα της Τουρκίας είναι η ισορροπία ανάμεσα στη δυτική αναγνώριση και τη στρατηγική αυτονομία που επιχειρεί να οικοδομήσει μέσω του KAAN, των drones και της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Για το ΝΑΤΟ, η Τουρκία παραμένει δύσκολος αλλά αναγκαίος σύμμαχος.

Πηγή:ibna.com

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια