Πόλεμος με παύσεις: Παλινωδίες Τραμπ και τα όρια της αμερικανικής ισχύος
09 Μαΐου
Οι τελευταίες ώρες πριν από τη λήξη της εκεχειρίας στον πόλεμο με το Ιράν αποτύπωσαν με τον πιο καθαρό τρόπο ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της στρατηγικής του Ντόναλντ Τραμπ. Τη διαρκή ταλάντευση ανάμεσα στην κλιμάκωση και την αναδίπλωση.
Μέχρι και λίγες ώρες πριν από τη λήξη της δεκαπενθήμερης παύσης των εχθροπραξιών, ο Τραμπ διαβεβαίωνε δημόσια ότι δεν θα υπάρξει καμία νέα παράταση. Σε αλλεπάλληλες αναρτήσεις του, προανήγγελλε ότι οι βομβαρδισμοί θα μπορούσαν να επαναληφθούν «ακόμη και μέσα στη νύχτα», υπογραμμίζοντας ότι ο αμερικανικός στρατός «είναι έτοιμος να ξεκινήσει». Το μήνυμα ήταν σαφές, η εκεχειρία τελείωνε και η σύγκρουση επρόκειτο να ξαναρχίσει με την ίδια ένταση.
Και όμως, την τελευταία στιγμή, η γραμμή αντιστράφηκε. Με νέα ανάρτηση, ο Τραμπ ανακοίνωσε παράταση της εκεχειρίας επ’ αόριστον, επικαλούμενος αίτημα της πακιστανικής ηγεσίας και την ανάγκη να δοθεί χρόνος στο Ιράν να καταθέσει «ενιαία πρόταση».Ταυτόχρονα, ξεκαθάρισε ότι ο ναυτικός αποκλεισμός θα συνεχιστεί και ότι οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Η αντίφαση αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη στην Τεχεράνη — ούτε αντιμετωπίστηκε ως τακτική ευελιξία. Αντιθέτως, ενίσχυσε μια ήδη παγιωμένη αντίληψη. Οτι το βασικό εμπόδιο δεν είναι οι διαφωνίες στα επιμέρους ζητήματα, αλλά η πλήρης απουσία εμπιστοσύνης. Η δυσπιστία της Τεχεράνης
Για την ιρανική ηγεσία, ο Τραμπ δεν είναι απλώς ένας δύσκολος συνομιλητής, αλλά ένας αναξιόπιστος ηγέτης. Η εμπειρία του 2018 παραμένει καθοριστική: η μονομερής αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη συμφωνία για τα πυρηνικά —την οποία η ίδια η Ουάσιγκτον δεν είχε κατηγορήσει το Ιράν ότι παραβιάζει— λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για κάθε νέα διαπραγμάτευση. Δεν είναι τυχαίο ότι, σε μεταγενέστερες προσπάθειες επαναπροσέγγισης, η Τεχεράνη ζήτησε εγγυήσεις ότι μια μελλοντική αμερικανική κυβέρνηση δεν θα επαναλάβει την ίδια κίνηση — εγγυήσεις που δεν μπορούσαν να δοθούν.
Ακόμη πιο επιβαρυντική είναι η πρόσφατη εμπειρία. Δύο φορές μέσα στον τελευταίο χρόνο, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν σε στρατιωτικά πλήγματα ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διπλωματικές επαφές. Στα τέλη Φεβρουαρίου, αμερικανοί απεσταλμένοι συναντούσαν Ιρανούς αξιωματούχους στη Γενεύη, την ώρα που είχε ήδη ληφθεί η απόφαση για επιθέσεις που οδήγησαν σε μια μακρά εκστρατεία βομβαρδισμών. Για την Τεχεράνη, αυτό δεν αποτελεί απλώς κακή συγκυρία, αλλά απόδειξη ότι η διαπραγμάτευση μπορεί να λειτουργεί απλώς ως προκάλυμμα στρατιωτικής δράσης.
Η γενικότερη δυσπιστία αποτυπώνεται και στις δημόσιες τοποθετήσεις. Ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, προειδοποίησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να επαναλάβουν «παλαιότερα μοτίβα» και να «προδώσουν τη διπλωματία». Παράλληλα, αναλυτές επισημαίνουν ότι το επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών δεν είναι απλώς χαμηλό, είναι ανύπαρκτο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ιρανική στρατηγική αποκτά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η Τεχεράνη επιμένει σε σταδιακά, αναστρέψιμα βήματα και στη διατήρηση μοχλών πίεσης — όπως ο έλεγχος μέρους των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου — ακριβώς επειδή θεωρεί πιθανό ένα αιφνίδιο αμερικανικό πισωγύρισμα. Το πρόβλημα είναι ότι πολλές από τις απαιτούμενες παραχωρήσεις είναι από τη φύση τους μη αναστρέψιμες, γεγονός που καθιστά την εξίσωση ακόμη πιο περίπλοκη. Τα αμερικανικά πυρομαχικά δεν είναι ανεξάντλητα
Πίσω από αυτή τη διπλωματική καχυποψία, ωστόσο, διακρίνεται και μια πιο απτή πραγματικότητα: τα επιχειρησιακά όρια των Ηνωμένων Πολιτειών στον Περσικό Κόλπο.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του CNN, ο πόλεμος έχει οδηγήσει σε σημαντική μείωση των αποθεμάτων κρίσιμων πυρομαχικών των αμερικανικών δυνάμεων. Περίπου το 45% των πυραύλων ακριβείας έχει ήδη χρησιμοποιηθεί, πάνω από το 50% των πυραύλων THAAD, σχεδόν το 50% των αναχαιτιστικών Patriot, το 30% των Tomahawk και σημαντικά ποσοστά άλλων προηγμένων συστημάτων.
Η πίεση αυτή μεταφράζεται σε επιχειρησιακά διλήμματα. Αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή καλούνται να αντιμετωπίσουν έναν αντίπαλο που διαθέτει εκτεταμένα αποθέματα drones και βαλλιστικών πυραύλων, την ώρα που τα δικά τους μέσα αναχαίτισης δεν είναι απεριόριστα. Όπως παραδέχθηκε ο γερουσιαστής Μαρκ Κέλι, το ζήτημα μετατρέπεται σε «μαθηματικό πρόβλημα»: πόσα μέσα παραμένουν διαθέσιμα και πόσο γρήγορα μπορούν να αντικατασταθούν.
Το Πεντάγωνο έχει ήδη καλέσει την αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ να επιταχύνει την παραγωγή αλλά η αναπλήρωση τέτοιων αποθεμάτων απαιτεί χρόνο, σε ορισμένες περιπτώσεις χρόνια ολόκληρα.
Αυτό μεταβάλλει τις στρατηγικές προτεραιότητες και εντείνει τις ανησυχίες στο εσωτερικό της Ουάσιγκτον. Δεν είναι τυχαίο ότι η πολιτική συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες μετατοπίζεται.
Ολο και περισσότεροι βουλευτές των Δημοκρατικών σπεύδουν να υπενθυμίσουν ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα δεν έχει εξαλειφθεί, ενώ η επιρροή των ΗΠΑ στην περιοχή ενδέχεται να έχει μειωθεί. Την ίδια στιγμή, δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι περίπου τα δύο τρίτα των Αμερικανών αντιτίθενται στον πόλεμο και το 59% θεωρεί τον Τραμπ αναξιόπιστο ως προς τη χρήση πυρηνικών όπλων.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι παλινωδίες του Αμερικανού προέδρου αποκτούν σαφές περιεχόμενο. Η παράταση της εκεχειρίας δεν είναι μόνο εργαλείο πίεσης ή ελιγμός τακτικής. Είναι και μια αναγκαία ανάσα χρόνου: για να δοκιμαστεί, έστω και με δυσπιστία, η διπλωματία. Και για να καλυφθούν τα κενά που αφήνει πίσω του ένας πόλεμος που αποδείχθηκε πολύ πιο απαιτητικός απ’ όσο αρχικά υπολογιζόταν.
0 Σχόλια