
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν δεν αποτελεί μια ακόμη περιφερειακή κρίση.
Η ανεξέλεγκτη κλιμάκωσή του, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά ιδεολογικής και θρησκευτικής αντιπαράθεσης που προβάλλει η Τεχεράνη, σηματοδοτεί βαθιές αλλαγές στο ήδη ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής, με άμεσες συνθήκες στην παγκόσμια οικονομία, την ασφάλεια. και στους συσχετισμούς του διεθνούς συστήματος.
Άξιο ιδιαίτερης προσοχής είναι το γεγονός ότι πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής αλλά και της Ευρώπης, χωρίς να επιδιώκουν, έχουν ήδη καταστεί μέρος της σύγκρουσης, είτε της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην επικράτειά τους, είτε λόγω της εμπλοκής τους σε ασφάλεια και προστασία της ναυσιπλοΐας, είτε λόγω της γεωπολιτικής τους θέσης.
Επιπλέον, η ένταση που καταγράφεται σε κρίσιμες ενεργειακές και ναυτιλιακές οδούς όπως τα Στενά του Ορμούζ, σε συνδυασμό με την κινητοποίηση στρατιωτικών δυνάμεων σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, δείχνει ότι η σύγκρουση αποκτά πλέον ευρύτερα περιφερειακά χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, η αξιοποίηση από το Ιράν ένοπλων οργανώσεων, όπως η Χεζμπολάχ, οι λειτουργούν ως αντιπρόσωποι του (proxies), δημιουργεί ένα περιβάλλον ασύμμετρων απειλών, καθιστώντας τον πόλεμο ακόμη πιο σύνθετο, απρόβλεπτο και πιθανόν μακράς διάρκειας.
Θα πρέπει να επισημανθεί επίσης, ότι ο πόλεμος αυτός δεν επηρεάζει μόνο τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής, αλλά έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου.
Συγκεκριμένα, οι αυξήσεις στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αποτελούν ήδη απτές συνέπειες της σύγκρουσης, με τις οποίες δεν ισχύει μόνο η ευρωπαϊκή, αλλά και η παγκόσμια οικονομία, ενώ επηρεάζουν και την πολιτική σταθερότητα σε διάφορες χώρες.
Μέσα σε αυτό το ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται εκτός του πεδίου επιπτώσεων ή πολύ μακριά από το επιχειρησιακό πεδίο του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η επίθεση που δέχτηκε από ιρανικά drones η Βρετανική Βάση στην Κύπρο αποδεικνύει του λόγου τις αλήθειες, υπογραμμίζοντας ότι η γεωγραφική εγγύτητα και η στρατηγική θέση της Ελλάδας σε συνδυασμό με τη συμμετοχή των διεθνών οργανισμών και τη στρατηγική της σχέσης με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, την καθιστούν αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης περιφερειακής αναταραχής.
Το κρίσιμο ερώτημα, δεν είναι η Ελλάδα επηρεάζεται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Αυτό είναι ήδη δεδομένο και δεν περιορίζεται στο ενδεχόμενο άμεσου στρατιωτικού πλήγματος σε κρίσιμες υποδομές, όπως η Βάση της Σούδας.
Οι αποφάσεις του πολέμου γίνονται ήδη στην ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία, στην ενέργεια, στη ναυτιλία και στην ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, ενώ η μεταβολή των γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο είναι βέβαιο, ότι θα τους αναδιαμορφώσει συσχετισμούς ισχύος στην περιοχή.
Ετσι, το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα, είναι το πώς θα διαχειριστεί τις συνέπειες του πολέμου και ποιες στρατηγικές θα επιλέξει να προστατεύσει τα εθνικά της συμφέροντα και να ενισχύσει τη θέση της στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Υπό την ανωτέρω οπτική, η Ελλάδα καλείται αφενός να παραμείνει αξιόπιστος σύμμαχος της Δύσης και παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή, αφετέρου να διασφαλίσει ότι δεν θα μετατραπεί σε πεδίο κλιμάκωσης ή στόχο ασύμμετρων απειλών.
Οι βασικές αρχές του πολέμου στη Μέση Ανατολή για την Ελλάδα εκτείνονται από την ασφάλεια και την οικονομία έως τη ναυτιλία και τη διαχείριση περιφερειακών πιέσεων, που επηρεάζουν τόσο την κοινωνική σταθερότητα όσο και τη διεθνή θέση της χώρας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πιθανότητα μιας κλίμακας επίθεσης ή δολιοφθοράς σε μικρές πολιτικές και υποδομές όπως στη Σούδα ή την Αλεξανδρούπολη δεν μπορεί να αγνοηθεί, ωστόσο η πιθανότητά της παραμένει περιορισμένη χάρη στα αυστηρά μέτρα ασφαλείας και την εγρήγορση των αρμόδιων αρχών.
Παράλληλα, ελλοχεύει ο κίνδυνος τρομοκρατικών ενεργειών ή οργανωμένων κυβερνοεπιθέσεων με στόχους κρατικά δίκτυα, ενεργειακές υποδομές, μεταφορές ή ακόμη και στρατιωτικά συστήματα.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από τον Ιράν έχει άμεσες συνέπειες στο παγκόσμιο εμπόριο και στις θαλάσσιες μεταφορές.
Ετσι, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, η διάταξις των ενεργειακών ροών προς την Ευρώπη και οι αλλαγές δρομολογίων, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους μεταφοράς και logistics, είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσουν τόσο την ελληνική ναυτιλία όσο και συνολικά την οικονομική. δραστηριότητα στη χώρα.
Η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου έχει επίσης να επηρεάσει τον ελληνικό τουρισμό, ο οποίος αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας.
Παράλληλα, σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης του πολέμου ή της αποσταθεροποίησης των κρατών της περιοχής, η Ελλάδα είναι πιθανό να βρεθεί από νέους αντιμέτωπους με αυξημένες μεταναστευτικές ροές, τις άλλες που θα κληθούν να διαχειριστούν αποτελεσματικά, ώστε να διατηρηθεί η εσωτερική ασφάλεια και να αποφευχθούν περιστατικά κοινωνικής έντασης.
Τέλος, η πιθανή αναδιαμόρφωση των συσχετισμών ισχύος στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας και τη στρατηγική της σχέσης με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις από την Τουρκία, γεγονός που προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στο ήδη σύνθετο περιφερειακό περιβάλλον.
Ωστόσο, η ανάλυση των ανωτέρω επιπτώσεων δεν είναι μόνη της για να κατανοήσουμε πλήρως τη σημασία των εξελίξεων στον πόλεμο της Μέσης Ανατολή.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κάθε μεγάλη γεωπολιτική αλλαγή δημιουργεί ταυτόχρονα κινδύνους, αλλά και στρατηγικές για τα κράτη που μπορούν να προσαρμοστούν έγκαιρα στις νέες συνθήκες.
Υπό το πλαίσιο αυτό, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ανέδειξε ήδη μια σημαντική στρατηγική στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας, το οποίο δημιουργεί προϋποθέσεις για μια πιο ενεργή και στοχευμένη ελληνική στρατηγική.
Η Ε.Ε. εμφανίζεται για μία φορά χωρίς ενιαία στρατηγική προσέγγιση σε μια μεγάλη διεθνή σύγκρουση, γεγονός που αναδεικνύει τις δομικές αδυναμίες της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας και των εξωτερικών πολιτικών και δημιουργεί ένα κενό στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλεια.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις και την προσπάθεια διατήρησης της πολιτικής απόστασης από τη σύγκρουση, οι τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις—Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Γερμανία—προχώρησαν σε αναπροσαρμογή των θεσμών τους υπό το βάρος των εξελίξεων στο πεδίο του πολέμου και της επέκτασης των απειλών από το Ιράν.
Παράλληλα, η στάση της Τουρκίας ανέδειξε μια διαφορετική στρατηγική επιλογή.
Η Άγκυρα καταδίκασε τόσο τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ όσο και τα αντίγραφα του Ιράν, ενώ απαγόρευσε τη χρήση του εναέριου, χερσαίου και θαλάσσιου χώρου της για επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Το συνδυασμένο αποτέλεσμα αυτών των διαφοροποιημένων στάσεων δημιουργεί ένα παράθυρο στρατηγικής ευκαιρίας για την Ελλάδα, επιτρέποντάς της να αναδείξει τον περιφερειακό της ρόλο και να προωθήσει πιο συνεκτικές και ολοκληρωμένες πολιτικές ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ειδικότερα, η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, με σταθερό προσανατολισμό στη Δύση και στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ μπορεί να διαδραματίσει έναν πιο ενεργό ρόλο ως πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο πλαίσιο αυτό, αξιολογείται ως σωστή και ιδιαίτερης σπουδαιότητας η απόφαση του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη να αποστείλει δύο φρεγάτες του Π.Ν. και τέσσερα αεροσκάφη F16 για την προστασία της Κύπρου, συμβάλλοντας στην αποτροπή πιθανών απειλών σε βάρος των στρατιωτικών και κρίσιμων υποδομών του νησιού.
Ανταποκρινόμενη στο αίτημα για την αντιμετώπιση των αυξημένων απειλών στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα με την κίνηση αυτή εκφράζει έμπρακτα την αλληλεγγύη της προς τον αδελφό Κυπριακό λαό και τη στήριξή της προς ένα βασικό σύμμαχο και εταίρο.
Παράλληλα, αναδεικνύει τον ρόλο της ως ουσιαστικού εγγυητή της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας και στέλνει σαφές μήνυμα, ότι είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί τόσο τα δικά της εθνικά συμφέροντα όσο και εκείνα των συμμάχων της σε μια κρίσιμη συγκυρία για την περιφερειακή. ασφάλεια.
Μέσω αυτής της πρωτοβουλίας, η Ελλάδα επιβεβαιώνει ότι διαθέτει τη βούληση αλλά και την επιχειρησιακή ικανότητα να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο σε ζητήματα ασφάλειας που υπερβαίνουν τα στενά όρια της εθνικής της επικράτειας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός ισχυρότερου αποτρεπτικού πλαισίου στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναδεικνύει και τη γεωπολιτική σημασία των ελληνικών υποδομών και ιδιαίτερα των στρατιωτικών εγκαταστάσεων που συνδέονται με το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ρόλος της βάσης της Σούδας στην Κρήτη, ιδίως στη σημερινή συγκυρία που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται και η στρατηγική αξιοποίηση κρίσεων υποδομών καθίσταται κρίσιμο στοιχείο για τη σταθερότητα της περιοχής.
Η αυξανόμενη αξιοποίηση της βάσης από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ αποδεικνύει ότι η Σούδα λειτουργεί πλέον ως ένας από τους βασικούς κόμβους στρατηγικής υποστήριξης στη Νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, ενισχύοντας τη σημασία της χώρας στο σύστημα ασφάλειας της Δύσης για επιχειρήσεις επιτήρησης, υποστήριξη και προβολή ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Επίσης, αποτυπώνει την αξία που έχει για τους συμμάχους η γεωγραφική θέση της Ελλάδας στο
σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής.
Η εξέλιξη αυτή, πέρα από την αποτρεπτική της διάσταση, μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας τόσο εντός της Συμμαχίας όσο και στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών συζητήσεων για την άμυνα και την ασφάλεια.
Ο πόλεμος στον τομέα της ενέργειας δημιουργεί νέα δεδομένα επίσης, για τον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου στην ευρύτερη περιοχή.
Συγκεκριμένα, η Ελλάδα αποκτά μια μοναδική ευκαιρία να αναδειχθεί σε πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας και σταθερότητας για τη Δύση και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αναλαμβάνοντας ρόλο κρίσιμου ενεργειακού διαμετακομιστικού κόμβου, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενεργειακής αυτονομίας και ανεξαρτησίας.
Επιπλέον, η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή καθιστά ακόμη πιο σημαντικές τις περιφερειακές συνεργασίες που έχει αναπτυχθεί η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια με κράτη της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Η εμβάθυνση αυτών των συνεργασιών μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός πλέγματος ασφάλειας και σταθερότητας που θα λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι σε αναθεωρητικές ή αποσταθεροποιητικές δυνάμεις.
Τέλος, η συγκυρία αυτή προσφέρει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να ενισχύσει τη διεθνή εικόνα της χώρας που λειτουργεί με στρατηγική συνέπεια, αξιοπιστία και σταθερότητα σε ένα περιβάλλον αυξημένης ασφάλειας.
Αυτές οι γεωγραφικές όμως, δεν αξιοποιούνται από μόνες τους, αλλά απαιτούν ένα σαφές και πολυδιάστατο στρατηγικό σχέδιο, το οποίο θα συνδυάζει την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας με την ενεργή διπλωματική και την αξιοποίηση των πολιτικών της πλεονεκτημάτων.
Υπό αυτό το πλαίσιο, η πρώτη προτεραιότητα της Ελλάδας αφορά την περαιτέρω ενίσχυση της εθνικής άμυνας και την προστασία κρίσιμων υποδομών, ιδιαίτερα εκείνων που συνδέονται με συμμαχικές επιχειρήσεις, αλλά και με ενεργειακές ή διαμετακομιστικές δραστηριότητες στρατηγικής σημασίας.
Παράλληλα, η Ελλάδα χρειάζεται να εντείνει τη διπλωματική της δράση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, προωθώντας πρωτοβουλίες που θα ενισχύσουν τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και θα αναδείξουν τον ρόλο της χώρας ως αξιόπιστου συνομιλητή και παράγοντα σταθερότητας και ασφάλεια.
Δεδομένου ότι επιχειρείται από πολλά κράτη της Μέσης Ανατολής αλλά και της Τουρκίας να αναβαθμίσει τον ρόλο τους μέσω πρωτοβουλιών αποκλιμάκωσης και διαμεσολάβησης, η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί μεθοδικά και να αξιοποιήσει την αξιοπιστία που διαθέτει εντός της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, προωθώντας πρωτοβουλίες που θα ενισχύουν τη διπλωματία και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Συγκεκριμένα, η χώρα μπορεί να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου διαχείρισης της κρίσης, αναλαμβάνοντας ρόλο συντονισμού και πολιτικής πρωτοβουλίας, γεγονός που θα ενισχύσει περαιτέρω το γεωπολιτικό της αποτύπωμα και θα περιορίσει τα περιθώρια άλλων περιφερειακών δυνάμεων να μονοπωλήσουν τον ρόλο του διαμεσολαβητή.
Ταυτόχρονα, η αξιοποίηση των περιφερειακών συνεργασιών, η εμβάθυνση των στρατηγικών σχέσεων με τις χώρες της περιοχής και η ενδυνάμωση της ενεργειακής και αμυντικής συνεργασίας μπορεί να μετατρέψει την παρούσα συγκυρία από την περίοδο κινδύνων σε γεωπολιτική περίοδο. αναβάθμισης για την Ελλάδα.
Τέλος, σε αυτή την δύσκολη και ιδιαίτερα επικίνδυνη συγκυρία για τη διεθνή ασφάλεια, είναι κρίσιμη η Ελλάδα να διατηρήσει την εσωτερική της σταθερότητα και να υποστηρίξει την εθνική της ανθεκτικότητα.
Δεδομένου ότι η ανθεκτικότητα ενός κράτους δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική του δύναμη αλλά και από τη συνοχή της κοινωνίας, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων, η προετοιμασία για την αντιμετώπιση των υβριδικών και κάθε μορφή απειλών –σε συνδυασμό με η έγκαιρη ενημέρωση και ψυχολογική προετοιμασία της κοινής γνώμης- αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της εθνικής ασφάλειας.
Εν κατακλείδι, για την Ελλάδα, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποτελεί ταυτόχρονα απειλή και ευκαιρία.
Απειλή, διότι η κλιμάκωση των πολεμικών κινδύνων προκαλεί αυξημένους κινδύνους για την ασφάλεια, την οικονομία και τη σταθερότητα στην περιοχή, απαιτώντας την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος και της διαχείρισης πολλαπλών κρίσεων σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. Ευκαιρία, διότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η γεωγραφική θέση της χώρας, οι στρατηγικές της συνεργασίες και η αξιοπιστία της εντός της Δύσης συνθέτουν ένα πλαίσιο που μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική γεωπολιτική αναβάθμιση.
Υπό το πρίσμα αυτό, αν η Ελλάδα συνεχίσει να κινείται με συνέπεια, στρατηγικό σχεδιασμό και εθνική ενότητα, μπορεί να εξελιχθεί σε βασική πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το κρίσιμο ζητούμενο για την Ελλάδα επομένως, δεν είναι απλώς να παρακολουθεί τις προτάσεις, αλλά να συμμετέχει ενεργά δίπλα σε αυτούς που τις διαμορφώνουν.
Στη σημερινή διεθνή πραγματικότητα, της αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας που το διεθνές δίκαιο υποχωρεί έναντι του δικαίου του ισχυρού, η ισχύς ενός κράτους δεν καθορίζεται μόνο από τις επιχειρησιακές δυνατότητές του.
Καθορίζεται κυρίως, από την ικανότητα του να αντιλαμβάνεται τις αλλαγές και να τοποθετείται στρατηγικά μέσα σε αυτές.
Και αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση, αλλά και η ιστορική ευκαιρία που καλείται να διαχειριστεί η Ελλάδα.
Να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση, τις συμμαχίες της και την αξιοπιστία της σε πραγματικό στρατηγικό κεφάλαιο, καθιστώντας τη χώρα πυλώνα ασφάλειας, σταθερότητας και επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο, ικανή να διαμορφώσει τις αντίστοιχες αντί να τις ακολουθεί.
Πηγή:enoplos.gr

0 Σχόλια