
Ο πόλεμος στο Ιράν και η συνέχιση της σύγκρουσης στην Ουκρανία, δεν έχουν διατυπώσει τις πρωτοβουλίες των ΗΠΑ, σε άλλες περιοχές του πλανήτη.
Στις αρχές Μαρτίου του 2026, μια συνάντηση που έλαβε χώρα στο Ντόραλ του Μαϊάμι, σηματοδότησε ένα γεωπολιτικό ορόσημο με βαθιές για τη Λατινική Αμερική και τις παγκόσμιες ισορροπίες. Η σύνοδος κορυφής, υπό την ονομασία «Ασπίδα της Αμερικής» (“Shield of the Americas”), διοργανώθηκε από την κυβέρνηση Τραμπ και συγκέντρωσε δώδεκα ηγέτες από τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, οι οποίοι είναι πολιτικά και ιδεολογικά προσκεκλημένοι στην Ουάσιγκτον. Αν και επισήμως παρουσιάστηκε ως μια περιφερειακή συμμαχία για την καταπολέμηση των καρτελών ναρκωτικών, του διεθνούς εγκλήματος και της παράνομης μετανάστευσης, η σύνοδος αυτή αποκαλύπτει μια πολύ πιο φιλόδοξη στρατηγική: την αποφασιστική προσπάθεια των ΗΠΑ να επαναθεμελιώσουν την Ηγεμονική τους θέση στο Δυτικό Ημισφαίριο και να ανακοινώσει τη διείσδυση της Κίνας.
Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο του γνωστού πλέον «Δόγματος Ντονρόε» (Donroe Doctrine), μια σύγχρονη εκδοχή του ιστορικού Δόγματος Μονρόε, που διεκδικεί το δικαίωμα των ΗΠΑ να παρεμβαίνουν στην περιοχή για την προώθηση των συμφερόντων τους.
Ο πυρήνας της στρατηγικής έγκειται στην αλλαγή του παραδείγματος αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος. Με το να εξισώνει τα εγκληματικά δίκτυα-κυρίως της διακίνησης ναρκωτικών- με ένοπλη απειλή, η Ουάσιγκτον μετατοπίζει το ζήτημα από το πεδίο της δικαστικής συνεργασίας, σε αυτό της στρατιωτικής ασφάλειας. Αυτή η προσέγγιση νομιμοποιεί μια προοδευτική στρατιωτικοποίηση της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή μιας βαθύτερης εμπλοκής των στρατών των χωρών που συμμετέχουν. Το προηγούμενο της Βενεζουέλας, με την αμερικανική επιδρομή και τη σύλληψη του προέδρου Νικολά Μαδούρο για κατηγορίες ναρκω-τρομοκρατίας, λειτούργησε ως σαφής επίδειξη του πώς η σύνδεση μεταξύ ναρκωτικών και ασφάλειας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την εξυπηρέτηση επεμβατικών πολιτικών.
Η ίδια η σύνθεση των συμμετοχόντων επιβεβαιώνει τον επιλεκτικό χαρακτήρα της συμμαχίας. Η «Ασπίδα της Αμερικής» δεν σχεδιάστηκε ως μια συμπεριληπτική, παναμερικανική πλατφόρμα, αλλά ως ένας συνασπισμός «προθύμων» κυβερνήσεων που είναι ιδεολογικά ευθυγραμμισμένες με τις ΗΠΑ. Ηγέτες όπως ο Χαβιέρ Μιλέι της Αργεντινής, ο Ναγίμπ Μπουκέλε του Ελ Σαλβαδόρ και ο Ντανιέλ Νομπόα του Ισημερινού, γνωστοί για τις συντηρητικές τους θέσεις, προκάλεσαν κεντρικές φιγούρες. Αντιθέτως, η απουσία των τριών μεγάλων δυνάμεων της περιοχής-Μεξικού, Βραζιλίας και Κολομβίας- ήταν εκκωφαντική και κάθε άλλο παρά τυχαία. Οι χώρες αυτές, που αθροιστικά αντιπροσωπεύουν σχεδόν τα δύο τρίτα της ΑΕΠ της Λατινικής Αμερικής, κυβερνώνται από αριστερές ή κεντροαριστερές κυβερνήσεις που, αν και δεν απορρίπτουν τη συνεργασία με τις ΗΠΑ, αντιστέκονται στην υπαγωγή τους σε μια νέα, στρατιωτικοποιημένη. αρχιτεκτονική, υπό την απόλυτη κυριαρχία της Ουάσιγκτον.
Η πρωτοβουλία αυτή σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της πολυμερούς διπλωματίας που εκπροσωπούσε, έστω και με τις ατέλειές του, ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών. Στη θέση του αναδύεται ένα ιεραρχικό σύστημα που διακρίνει τους συμμάχους από τους αντιπάλους, δημιουργώντας μια επικίνδυνη γραμμή ρήγματος στην ήπειρο. Οι χώρες που εντάσσονται στη συμμαχία αποκτούν προνομιακή πρόσβαση σε πολιτική στήριξη, χρηματοδότηση και τεχνολογίες ασφάλειας, συχνά με αντίθεση της απομάκρυνσης από την κινεζική τεχνολογία και τις κινεζικές επενδύσεις. Από την άλλη, όσες κυβερνήσεις αρνούνται να ευθυγραμμιστούν, κινδυνεύουν με περιθωριοποίηση και πίεση.
Το μεγάλο ερώτημα παραμένει η αντίδραση της Κίνας. Μέχρι στιγμής, το Πεκίνο διατηρεί ένα μετροπαθές προφίλ, προβάλλοντας τις σχέσεις του με τη Λατινική Αμερική ως καθαρά εμπορικές. Ωστόσο, μια επιθετική ανάσχεση των κινεζικών συμφερόντων από την αμερικανική συμμαχία θα μπορούσε να προκαλέσει μια πιο δυναμική απάντηση. Ο κίνδυνος δεν είναι μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση, αλλά μια αυξανόμενη πόλωση, όπου η Λατινική Αμερική θα μετατραπεί σε ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ αντιπάλων μπλοκ, κατά τα πρότυπα του Ψυχρού Πολέμου.
Η «Ασπίδα της Αμερικής», δεν είναι απλώς μια συμφωνία ασφάλειας, αλλά ένα σήμα που δεν μπορεί να αγνοηθεί, προαναγγέλλοντας μια νέα εποχή και στρατηγικούς ανταγωνισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων στο Δυτικό Ημισφαίριο
Πηγή:geoeurope.org

0 Σχόλια