Σε κάθε πόλεμο, το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά το πώς ξεκινά, αλλά το πώς τελειώνει. Και κυρίως, πώς ορίζεται η «νίκη». Στην περίπτωση του πολέμου στο Ιράν, το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος πιέζεται όλο και περισσότερο από τον χρόνο και αργά ή γρήγορα θα πρέπει να παρουσιάσει κάτι που να δικαιολογεί τον τερματισμό των επιχειρήσεων.
Με βάση τη σημερινή εικόνα, η «νίκη» αυτή είναι απίθανο να έχει τη μορφή μιας καθαρής στρατιωτικής επικράτησης ή της αλλαγής καθεστώτος. Αντίθετα, το πιθανότερο είναι ότι θα πρόκειται για πολιτική κατασκευή, έναν συνδυασμό στρατιωτικών επιτυχιών, αποτροπής και δηλώσεων περί επίτευξης στόχων αρκετό να στηρίξει μια αφήγηση απεμπλοκής.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η έμφαση που δίνεται το τελευταίο διάστημα στη στρατηγική των στοχευμένων πληγμάτων κατά της ιρανικής ηγεσίας. Οι επιθέσεις αυτές παρουσιάζονται ως αποδείξεις ότι ΗΠΑ και Ισραήλ μπορούν να πλήξουν την «καρδιά» του ιρανικού συστήματος εξουσίας.
Η λογική είναι ότι η αποδυνάμωση της κορυφής θα οδηγήσει είτε σε εσωτερική αστάθεια είτε στη συνθηκολόγηση. Όμως εδώ ακριβώς εμφανίζονται και τα όρια της συγκεκριμένης προσέγγισης.
Η εμπειρία δείχνει όμως πως η στρατηγική του «αποκεφαλισμού» —η εξόντωση ηγετικών στελεχών— μπορεί να επιφέρει ισχυρά πλήγματα, αλλά σπάνια οδηγεί από μόνη της σε κατάρρευση ενός καθεστώτος. Στην περίπτωση μάλιστα του Ιράν, το σύστημα εξουσίας διαθέτει αξιοσημείωτο βάθος, αποκεντρωμένη δομή, μηχανισμούς αναπλήρωσης και ισχυρά ιδεολογικά ερείσματα.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε απώλεια μπορεί να καλυφθεί — και συχνά με πρόσωπα ακόμα λιγότερο διατεθειμένα να έρθουν σε κάποιο είδος συνεννόησης με την Ουάσιγκτον. Η εξόντωση πιο πραγματιστικών παραγόντων, όπως ο Αλί Λαριτζανί, μπορεί τελικά να έχει αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Το «μεγάλο χτύπημα» στα πυρηνικά
Αν η στρατηγική του «αποκεφαλισμού» δεν επαρκεί για να προσφέρει μια καθαρή διέξοδο, τότε ποια ενέργεια θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως αποφασιστικό πλήγμα, ικανό να στηρίξει τον ισχυρισμό της νίκης;
Σε αυτό το σημείο, στο παρασκήνιο των εξελίξεων φαίνεται να εξετάζεται ένα πολύ πιο φιλόδοξο —και επικίνδυνο— σενάριο: μια επιχείρηση ειδικών δυνάμεων με στόχο την κατάληψη ή καταστροφή των ιρανικών αποθεμάτων πυρηνικού υλικού.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέρχεται συστηματικά στο επιχείρημα ότι το Ιράν βρισκόταν ένα βήμα πριν από την απόκτηση πυρηνικού όπλου, παρουσιάζοντας την απειλή ως άμεση και υπαρξιακή. Η αφήγηση δικαιολογεί επομένως μια πιο δραστική ενέργεια που θα πετύχει τον μεγάλο στόχο: την εξάλειψη των πυρηνικών καυσίμων του.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, σημαντικό μέρος αυτού του υλικού βρίσκεται αποθηκευμένο σε υπόγειες εγκαταστάσεις, βαθιά μέσα σε ορεινούς όγκους, γεγονός που καθιστά την καταστροφή του με συμβατικά μέσα εξαιρετικά δύσκολη. Αυτό εξηγεί γιατί στο τραπέζι βρίσκεται ένα σενάριο που θυμίζει πολεμική ταινία του Χόλιγουντ. Αμερικανικές ειδικές δυνάμεις διεισδύσουν στο Ιράν, εντοπίζουν το υλικό και είτε το καταστρέφουν είτε το απομακρύνουν.
Μια τέτοια επιχείρηση, ωστόσο, θα ήταν από τις πιο επικίνδυνες που έχει πραγματοποιήσει ο αμερικανικός στρατός εδώ και δεκαετίες. Πολύ πιο σύνθετη από επιχειρήσεις όπως εκείνη με στόχο την εξόντωση του Οσάμα μπιν Λάντεν, καθώς εδώ το αντικείμενο δεν είναι ένας στόχος, αλλά υλικό με εξαιρετικά επικίνδυνες ιδιότητες. Η διάτρηση των δοχείων θα μπορούσε να προκαλέσει διαρροή τοξικών και ραδιενεργών αερίων, ενώ η κακή διαχείριση του υλικού ενέχει ακόμη και τον κίνδυνο αλυσιδωτών αντιδράσεων.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό,. Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα πού βρίσκεται το σύνολο των αποθεμάτων. Υπάρχουν ενδείξεις ότι μέρος του υλικού είναι διασκορπισμένο σε διαφορετικές εγκαταστάσεις, ενδεχομένως ακόμη και σε εφεδρικές ή παραπλανητικές τοποθεσίες. Αυτό σημαίνει ότι μια επιχείρηση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πολλαπλές αποστολές με υψηλό ρίσκο και αβέβαιο αποτέλεσμα.
Ακόμη και αν μια τέτοια επιχείρηση στεφθεί με επιτυχία, τα στρατηγικά της αποτελέσματα δεν θεωρούνται δεδομένα. Αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η πλήρης εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος δεν εξαρτάται μόνο από το υλικό, αλλά και από τη γνώση, την τεχνογνωσία και τις υποδομές που παραμένουν στη χώρα.
Και όμως, παρά τους κινδύνους, το σενάριο αυτό διαθέτει ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: προσφέρει μια καθαρή και ιδιαίτερα εντυπωσιακή εικόνα «νίκης». Η καταστροφή ή κατάσχεση των πυρηνικών αποθεμάτων θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως επίτευξη του βασικού στόχου του πολέμου, η αποτροπή ενός πυρηνικού Ιράν. Ανεξαρτήτως του αν το πρόβλημα έχει λυθεί οριστικά, θα μπορούσε να αποτελέσει το σημείο στο οποίο η Ουάσιγκτον θα ανακοινώσει πανηγυρικά πως «η αποστολή ολοκληρώθηκε».
Το μεγάλο λάφυρο pixabay
Αν η εξουδετέρωση της ηγεσίας και το πυρηνικό πρόγραμμα δεν προσφέρουν μια καθαρή διέξοδο, υπάρχει κάτι που φαίνεται να επανέρχεται διαρκώς στο μυαλό του Ντόναλντ Τραμπ. Και αυτό δεν είναι άλλο από το πετρέλαιο.
Η ιδέα δεν είναι νέα. Από τη δεκαετία του 1980, ο Τραμπ είχε διατυπώσει την άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, όταν εμπλέκονται σε πολέμους, θα πρέπει να εξασφαλίζουν συγκεκριμένα «λάφυρα». Σήμερα, αυτή η λογική επανεμφανίζεται με επίκεντρο ένα συγκεκριμένο στόχο: το νησί Χαργκ, τον βασικό κόμβο εξαγωγής πετρελαίου του Ιράν.
Το νησί —που ο ίδιος ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει «διαμάντι του στέμματος» της ιρανικής οικονομίας— συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών αργού πετρελαίου της χώρας. Ένα πλήγμα στις εγκαταστάσεις του ή, ακόμη πιο δραστικά, η κατάληψή του, θα μπορούσε να περιορίσει δραστικά την ικανότητα της Τεχεράνης να χρηματοδοτεί την οικονομία της και, κατ’ επέκταση, τη στρατιωτική της δραστηριότητα.
Σε επίπεδο αφήγησης, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ελκυστικό σενάριο. Η «νίκη» θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως οικονομική ασφυξία του αντιπάλου: του στερήσαμε τους πόρους, περιορίσαμε τη δυνατότητά του να συνεχίσει.
Ωστόσο, όπως και στα προηγούμενα σενάρια, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Πρώτον, ένα τέτοιο πλήγμα θα είχε άμεσες συνέπειες στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Η απομάκρυνση σημαντικών ποσοτήτων ιρανικού πετρελαίου από την αγορά θα μπορούσε να εκτοξεύσει τις τιμές.
Δεύτερον, το κρίσιμο στρατηγικό πλεονέκτημα του Ιράν δεν βρίσκεται μόνο στο πετρέλαιο, αλλά στον έλεγχο του θαλάσσιου περάσματος. Τα στενά του Ορμούζ παραμένουν το βασικό εργαλείο πίεσης της Τεχεράνης, καθώς από εκεί διέρχεται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής ροής.
Ακόμη και αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποκτούσαν τον έλεγχο του Χαργκ, το Ιράν θα διατηρούσε τη δυνατότητα να πλήττει τη ναυσιπλοΐα, να παρενοχλεί δεξαμενόπλοια και να διατηρεί την πίεση στις διεθνείς αγορές. Με άλλα λόγια, το «οικονομικό πλήγμα» δεν θα εξουδετέρωνε το βασικό μοχλό πίεσης της Τεχεράνης.
Παρά τις διαφορές τους, όλα αυτά τα σενάρια έχουν κάτι κοινό: δεν εγγυώνται καθαρή «νίκη». Μπορούν όμως να προσφέρουν κάτι που να μπορεί να παρουσιαστεί ως τέτοια. Γιατί σε τελική ανάλυση, σε έναν τέτοιο πόλεμο, η «τελική νίκη» μάλλον τελικά δεν θα είναι τίποτε περισσότερο από ένα λιγότερο ή περισσότερο πειστικό αφήγημα που θα επιτρέπει τον απεγκλωβισμό.
0 Σχόλια