Η κρίση στο Ιράν και η Αρμενία: τι διακυβεύεται για την ασφάλεια, το εμπόριο και τη στρατηγική ισορροπία στον Νότιο Καύκασο





Η κρίση στο Ιράν επηρεάζει την Αρμενία όχι μόνο σε επίπεδο ασφάλειας, αλλά και στο πεδίο του εμπορίου, των μεταφορών, της άμυνας και της διαχείρισης πιθανών μεταναστευτικών ροών. Για το Ερεβάν, η διατήρηση ενός λειτουργικού ιρανικού κράτους παραμένει κρίσιμη τόσο για την πρόσβαση σε βασικούς διαδρόμους προς την Ασία όσο και για την αποτροπή βαθύτερης αποσταθεροποίησης στον Νότιο Καύκασο.

Η κλιμακούμενη κρίση γύρω από το Ιράν διαμορφώνει ένα νέο, πιο ασταθές στρατηγικό περιβάλλον για την Αρμενία, με άμεσες συνέπειες για την ασφάλεια, την οικονομία και τη διασυνδεσιμότητά της με αγορές και εταίρους πέραν του Νότιου Καυκάσου. Σύμφωνα με αναλυτική ενημέρωση του Regional Center for Democracy and Security (RCDS), το εύρος των επιπτώσεων για το Ερεβάν θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια του πολέμου, την τελική του έκβαση και τη στάση εξωτερικών δυνάμεων, ιδίως της Ινδίας και βασικών κρατών της περιοχής.

Το Ιράν κατέχει κεντρική θέση στις εξωτερικές οικονομικές σχέσεις της Αρμενίας. Μέσω της ιρανικής επικράτειας διέρχονται βασικές εμπορικές διαδρομές που συνδέουν τη χώρα με τις αγορές του Περσικού Κόλπου και της Ασίας, ενώ τα λιμάνια Bandar Abbas και Chabahar λειτουργούν ως κρίσιμοι θαλάσσιοι κόμβοι για την πρόσβασή της σε ασιατικές αγορές. Για την αρμενική οικονομία, το Ιράν δεν είναι απλώς ένας γειτονικός δρων, αλλά ένας αναντικατάστατος διάδρομος που συνδέει το Ερεβάν με εταίρους στη Νότια και Ανατολική Ασία.

Η σημασία αυτή δεν περιορίζεται στο εμπόριο. Η ιρανική επικράτεια αποτελεί επίσης βασική οδό για τη στρατιωτική συνεργασία της Αρμενίας με την Ινδία, καθώς σημαντικό μέρος των ινδικών εξοπλισμών που προορίζονται για το Ερεβάν διέρχεται μέσω Ιράν. Υπό αυτό το πρίσμα, η εξέλιξη της κρίσης αποκτά ιδιαίτερο βάρος για τη βιωσιμότητα μιας από τις σημαντικότερες αμυντικές σχέσεις που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια η Αρμενία.

Η στάση της Ινδίας αποκτά, συνεπώς, ξεχωριστή σημασία. Το RCDS επισημαίνει ότι το Νέο Δελχί παραδοσιακά επιδίωκε να διατηρεί ισορροπίες στις σχέσεις του με διαφορετικούς δρώντες της Μέσης Ανατολής, ωστόσο οι πρόσφατες κινήσεις του Narendra Modi ενδέχεται να υποδηλώνουν μια σταδιακή μετατόπιση. Δύο ημέρες πριν από την έναρξη των πληγμάτων κατά του Ιράν, ο Modi επισκέφθηκε το Ισραήλ και ανακοίνωσε την αναβάθμιση των διμερών σχέσεων σε επίπεδο ειδικής στρατηγικής εταιρικής σχέσης. Μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, είχε τηλεφωνικές συνομιλίες με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ και με ηγέτες κρατών της Μέσης Ανατολής, μεταξύ των οποίων των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Κατάρ, του Κουβέιτ, του Ομάν, της Ιορδανίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Μπαχρέιν, καταδικάζοντας τις ιρανικές επιθέσεις. Την ίδια στιγμή, δεν αναφέρθηκαν επαφές με την ιρανική ηγεσία, ενώ ήδη από τις 8 Φεβρουαρίου οι ινδικές αρχές είχαν προχωρήσει στην κράτηση αρκετών ιρανικών πετρελαιοφόρων.

Κατά την ανάγνωση του RCDS, αυτά τα δεδομένα μπορεί να δείχνουν μια σταδιακή πολιτική προσέγγιση της Ινδίας προς τον αντι-ιρανικό άξονα. Για την Αρμενία, η τάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή ένα σοβαρό ρήγμα στις σχέσεις Νέου Δελχί και Τεχεράνης θα αποδυνάμωνε τη στρατηγική αξία του ιρανικού διαδρόμου. Το Chabahar, όπου η Ινδία έχει επενδύσει περίπου 500 εκατομμύρια δολάρια για την ανάπτυξη κόμβου logistics, αποτελεί βασικό κρίκο αυτής της σύνδεσης. Εάν οι ινδο-ιρανικές σχέσεις επιδεινωθούν περαιτέρω, οι κίνδυνοι για την αρμενο-ινδική συνεργασία θα αυξηθούν αντίστοιχα.


Ακόμη, όμως, και χωρίς μια άμεση και καθοριστική έκβαση του πολέμου, η Αρμενία αναμένεται να βρεθεί αντιμέτωπη με μια σειρά από πολιτικές, στρατιωτικές και μεταφορικές πιέσεις. Το RCDS εκτιμά ότι ο Νότιος Καύκασος μπορεί να μετατραπεί σε χώρο εντατικότερης στρατιωτικής και πληροφοριακής δραστηριότητας από κράτη που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στη σύγκρουση. Παράλληλα, η αυξημένη χρήση του περιφερειακού εναέριου χώρου για τη διέλευση πυραύλων και drones θα μπορούσε να ενισχύσει τη στρατιωτικοπολιτική αστάθεια κοντά στα νότια σύνορα της Αρμενίας, ακόμη και αν η ίδια δεν εμπλακεί άμεσα στον πόλεμο.

Έναν πρόσθετο παράγοντα αβεβαιότητας δημιουργεί και η επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ιράν και Αζερμπαϊτζάν. Η ιρανική επίθεση με drone στο αεροδρόμιο του Ναχιτσεβάν προκάλεσε έντονη αντίδραση από το Μπακού, το οποίο ανακοίνωσε αυξημένη ετοιμότητα μάχης και ουσιαστικά έκλεισε τα σύνορά του με το Ιράν. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, τη σημασία της οδικής διαδρομής μέσω του νότιου Αζερμπαϊτζάν, γνωστής ως διάδρομος του Αράξη, ο οποίος επρόκειτο να ανοίξει την άνοιξη του 2026. Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης του Αζερμπαϊτζάν Shahin Mustafayev, ο σχεδιασμός προέβλεπε την έναρξη λειτουργίας του έως τη γιορτή του Nowruz, στις 20-21 Μαρτίου. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, εναλλακτικά σχέδια συνδεσιμότητας, όπως το TRIPP, ενδέχεται να αποκτήσουν αυξημένη σημασία για το Μπακού, επηρεάζοντας συνολικά τον περιφερειακό χάρτη μεταφορών.

Σε οικονομικό επίπεδο, ένας παρατεταμένος πόλεμος θα μπορούσε να έχει απτό κόστος για την Αρμενία. Πιθανές καθυστερήσεις στις μεταφορές μέσω Ιράν, αύξηση των ασφαλίστρων μεταφοράς, μείωση της δραστηριότητας στα ιρανικά λιμάνια και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις οδούς μέσω Γεωργίας συνθέτουν ένα σενάριο αυξημένης τρωτότητας. Το ίδιο ισχύει και για τις παραδόσεις οπλικών συστημάτων από την Ινδία, οι οποίες ενδέχεται να καταστούν ακριβότερες και βραδύτερες. Ωστόσο, όσο το ιρανικό κράτος διατηρεί τον έλεγχο της επικράτειας και των βασικών του υποδομών, μια πλήρης διακοπή αυτών των οδών παραμένει λιγότερο πιθανή.

Πέρα από τη γεωπολιτική και την οικονομία, η κρίση μπορεί να εξελιχθεί και σε ανθρωπιστική πρόκληση για την Αρμενία. Κατά την πρώτη φάση του πολέμου δεν καταγράφηκε μαζική φυγή πληθυσμών από το Ιράν προς την Αρμενία. Ωστόσο, διαφορετικές εκδοχές κλιμάκωσης θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μετακινήσεις δεκάδων ή ακόμη και εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Σε αυτό το ενδεχόμενο, σημαντικό ποσοστό θα μπορούσε να αποτελείται από Αρμένιους του Ιράν.

Η αρμενική κοινότητα στο Ιράν, αν και αισθητά συρρικνωμένη σε σχέση με παλαιότερες δεκαετίες, εκτιμάται σήμερα μεταξύ 60.000 και 80.000 ανθρώπων. Η ανοιχτή χερσαία μεθόριος καθιστά την Αρμενία πιθανό προορισμό ή, τουλάχιστον, βασική χώρα διέλευσης για όσους θα επιχειρούσαν να εγκαταλείψουν το Ιράν με κατεύθυνση τρίτες χώρες.

Η χώρα διαθέτει ορισμένη εμπειρία στην υποδοχή εκτοπισμένων πληθυσμών από εμπόλεμες ζώνες. Πέρα από τον αναγκαστικό εκτοπισμό του συνόλου σχεδόν του πληθυσμού του Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2023, το πιο συγκρίσιμο προηγούμενο ήταν η άφιξη Σύριων Αρμενίων μετά την έναρξη του πολέμου στη Συρία το 2011. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και άλλων αξιόπιστων πηγών, περίπου 22.000 Σύριοι Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν στην Αρμενία μετά το 2011, εκ των οποίων περίπου 14.000 παρέμειναν τελικά στη χώρα. Η αρμενική κυβέρνηση τούς υποστήριξε μέσω μερικών επιδοτήσεων ενοικίου, προγραμμάτων απασχόλησης και κινητοποίησης φιλανθρωπικών ιδρυμάτων για την κάλυψη αναγκών σε εκπαίδευση, υγεία και κοινωνική στήριξη.

Ένα ανάλογο κύμα αφίξεων από το Ιράν θα ασκούσε επιπρόσθετη πίεση στον κρατικό προϋπολογισμό και στις κοινωνικές υποδομές της Αρμενίας, ενώ θα μπορούσε να επιδεινώσει την ανεργία και τη φτώχεια. Ακόμη και μια σχετικά μέτρια εισροή, της τάξης αρκετών δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, θα μπορούσε να έχει ορατές επιπτώσεις στην οικονομία και ιδιαίτερα στην αγορά ακινήτων. Το Ερεβάν έχει ήδη βιώσει ανάλογη εμπειρία μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022, όταν οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας και η μετεγκατάσταση δεκάδων χιλιάδων Ρώσων πολιτών στην Αρμενία οδήγησαν σε απότομη άνοδο των τιμών, ιδίως στα ενοίκια της πρωτεύουσας. Αν και η αγορά αργότερα σταθεροποιήθηκε, τα μέσα επίπεδα ενοικίων παραμένουν περίπου 30% έως 50% υψηλότερα σε σύγκριση με το 2022.

Σε βάθος χρόνου, το κεντρικό ερώτημα για την Αρμενία αφορά όχι μόνο τη διάρκεια του πολέμου, αλλά κυρίως την έκβασή του. Εάν το ιρανικό πολιτικό σύστημα αντέξει και διατηρήσει στοιχειώδη εσωτερική σταθερότητα, το Ιράν θα συνεχίσει να λειτουργεί ως κρίσιμος γεωπολιτικός παράγοντας που περιορίζει τη μονομερή διεύρυνση της τουρκο-αζερικής επιρροής στον Νότιο Καύκασο. Την ίδια ώρα, ακόμη και σε αυτό το σενάριο, το μεταπολεμικό οικονομικό βάρος για την Τεχεράνη θα είναι πολύ μεγάλο. Η καταστροφή υποδομών, η ενίσχυση των κυρώσεων και η απομείωση των οικονομικών πόρων ενδέχεται να οδηγήσουν σε μακρά περίοδο στασιμότητας και ανοικοδόμησης, επιβραδύνοντας την ανάκαμψη λιμανιών και δικτύων μεταφοράς που είναι σημαντικά για τις αρμενικές διαδρομές.

Το δυσμενέστερο σενάριο για το Ερεβάν θα ήταν μια μεγάλη ήττα του Ιράν, ακολουθούμενη από εσωτερική αποσταθεροποίηση ή ακόμη και κατακερματισμό. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα νότια σύνορα της Αρμενίας θα γειτνίαζαν ουσιαστικά με μια ζώνη πολιτικής και στρατιωτικής ρευστότητας, αυξάνοντας αισθητά τους κινδύνους για ανεξέλεγκτες προσφυγικές ροές, διασυνοριακά επεισόδια με ένοπλες ομάδες και διεύρυνση της παράνομης διακίνησης όπλων.

Οι συνέπειες θα ήταν εξίσου σοβαρές και στο πεδίο των μεταφορών. Η κατάρρευση ή σοβαρή αποδυνάμωση των ιρανικών κρατικών θεσμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε ουσιαστική διακοπή των οδών μεταφοράς που διασχίζουν τη χώρα και σε απώλεια της πρόσβασης της Αρμενίας στα λιμάνια του Περσικού Κόλπου. Σε μια τέτοια εξέλιξη, η χώρα θα εξαρτιόταν σχεδόν πλήρως από τη διέλευση μέσω Γεωργίας, με αποτέλεσμα πολύ μεγαλύτερη ευαλωτότητα στο εξωτερικό της εμπόριο. Παράλληλα, η αμυντική συνεργασία με την Ινδία θα συναντούσε σοβαρά εμπόδια, καθώς οι χερσαίες και εναέριες οδοί που χρησιμοποιούνται για παραδόσεις εξοπλισμών θα μπορούσαν, σε μεγάλο βαθμό, να χαθούν, δυσχεραίνοντας ακόμη και την παραλαβή οπλικών συστημάτων που έχουν ήδη πληρωθεί.

Η σταθερότητα του Ιράν παραμένει στρατηγικής σημασίας για την Αρμενία. Στο ιρανικό έδαφος στηρίζονται ορισμένες από τις σημαντικότερες εμπορικές και μεταφορικές διαδρομές της χώρας, όπως και η κρίσιμη σύνδεσή της με την Ινδία και άλλους ασιατικούς εταίρους. Ένας παρατεταμένος πόλεμος θα προκαλέσει αναπόφευκτα οικονομικές και logistικές πιέσεις. Ωστόσο, η διατήρηση ενός λειτουργικού ιρανικού κράτους επιτρέπει, έστω υπό πίεση, τη συνέχιση της περιφερειακής λειτουργίας. Αντίθετα, μια βαθιά αποσταθεροποίηση του Ιράν θα δημιουργούσε για την Αρμενία πολύ βαρύτερους και πιο μακροπρόθεσμους κινδύνους στην ασφάλεια, στη συνδεσιμότητα, στην οικονομική σταθερότητα, στη διαχείριση μεταναστευτικών ροών και στην αμυντική συνεργασία.

Πηγή:in.gr




Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια